Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ήταν, ένα παγερό βράδυ του Νοεμβρίου, και στρόβιλοι ομίχλης έκρυβαν μέρη του σκοτεινού, στενού, επαρχιακού δρόμου ανάμεσα σε δέντρα στη Νότια Ουαλία, όχι μακριά από το Κανάλι του Μπρίστολ από όπου μια μπουρού ηχούσε μελαγχολικά και ρυθμισμένα κάθε λίγα λεπτά. Κάθε τόσο άκουγες το απόμακρο αλύχτισμα ενός σκυλιού και το μελαγχολικό κάλεσμα από ένα νυχτοπούλι. Τα λιγοστά σπίτια που υπήρχαν κατά μήκος του δρόμου, που δεν ήταν πολύ καλύτερος από σοκάκι, βρίσκονταν μισό μίλι μακριά το ένα απ’ το άλλο. Σε μια από τις πιο σκοτεινές μεριές ο δρόμος έστριβε, περνώντας από ένα ωραίο, τριώροφο οίκημα που υψωνόταν πίσω από τον μεγάλο κήπο του, και σ’ εκείνο το σημείο υπήρχε ένα αυτοκίνητο, που οι μπροστινοί τροχοί του είχαν πιαστεί σ’ ένα χαντάκι στο πλάι του δρόμου.
Ύστερα από δύο ή τρεις προσπάθειες να μαρσάρει και να βγει από το χαντάκι, ο οδηγός του αυτοκινήτου θα πρέπει να αποφάσισε ότι ήταν ανώφελο να επιμένει, και ο κινητήρας πια σιώπησε. Πέρασαν ένα ή δύο λεπτά προτού ο οδηγός βγει από το αυτοκίνητο και κοπανήσει την πόρτα πίσω του. Ήταν ένας κάπως στιβαρός άντρας με ξανθά μαλλιά, γύρω στα τριάντα πέντε, με όψη ανθρώπου της υπαίθρου, με τραχύ τουίντ κοστούμι, μαύρο πανωφόρι, και καπέλο. Με έναν φακό για να βλέπει τον δρόμο, άρχισε να βαδίζει προσεκτικά στο γρασίδι προς το σπίτι, σταματώντας στα μισά της διαδρομής για να περιεργαστεί την κομψή πρόσοψη του κτίσματος από τον δέκατο όγδοο αιώνα.