Ο καιρός προμήνυε χιονόπτωση. Απέμενε μια βδομάδα μέχρι τα Χριστούγεννα και ο Δεκέμβριος είχε ήδη ρεκόρ σε χιόνια και κρύο. Ο παχύς πάγος σκέπαζε τα πάντα εδώ και εβδομάδες, αλλά η παγόλυση των τελευταίων ημερών τον είχε κάνει κάπως εύθραυστο και επικίνδυνο. Ο Μάρτιν Μολίν στεκόταν στην πλώρη του σκάφους που έπλεε αργά στο αυλάκι που είχε ανοίξει το ταχύπλοο διάσωσης στον πάγο μέχρι και το νησί Βαλέ. Αναρωτιόταν μέσα του τι ακριβώς έκανε εκεί και αν είχε τελικά πάρει τη σωστή απόφαση. Αλλά η Λισέτ τού το είχε ζητήσει τόσο επίμονα. Τον είχε παρακαλέσει γονατιστή, αν ήθελε να είναι ειλικρινής. Οι οικογενειακές μαζώξεις δεν αποτελούσαν το φόρτε της, είχε πει, και θα ήταν πολύ ευκολότερο να αντέξει αν ήταν κι εκείνος μαζί της. Το πρόβλημα ήταν πως μια συνάντηση με το σόι θα σήμαινε κάποια σοβαρότητα στη σχέση, την οποία ετούτος ούτως ή άλλως δεν αναγνώριζε.
Αλλά όσα είχαν γίνει και είχαν ειπωθεί ήταν οριστικά. Τώρα βρισκόταν εδώ, με ρότα προς την παλιά παιδική κατασκήνωση στο Βαλέ, για να περάσει δυο μέρες μαζί με την οικογένειά της. Στράφηκε προς τα πίσω. Η Φιελμπάκα ήταν, αναντίρρητα, απίστευτα όμορφη, ακόμα και τώρα τον χειμώνα, με τα ξύλινα σπίτια μέσα στη λευκότητα του χιονιού. Ο τρόπος με τον οποίο αγκάλιαζε το γκρίζο βουνό τη μικρή κοινότητα της προσέδιδε μια μοναδική, αισθητικά ελκυστική ένταση. Ίσως θα έπρεπε κανείς να μετακομίσει εδώ από το Τανουμσχέντε, σκέφτηκε εκείνος για μια στιγμή, αλλά μετά γέλασε με τον ίδιο του τον εαυτό. Σίγουρα θα γινόταν αυτό τη μέρα που θα κέρδιζε το Λόττο.