"Το Απλ Τρις ήταν ένα οίκημα αρκετά ευρύχωρο, με κάμποσες ευχάριστες εσοχές και γωνίες. Πόσο εγωιστές είναι οι άνθρωποι... σκεφτόταν η κυρία Όλιβερ. Κανείς σεβασμός για τον πλησίον. Αυτό το γνώριμο κλισέ από το παρελθόν άστραψε στον νου της. Το είχε ακούσει τόσες φορές από μια γκουβερνάντα, μια υπηρέτρια, τη γιαγιά της, δυο θείες της, τη μητέρα της και κάνα δυο ακόμη.
«Με συγχωρείτε», είπε η κυρία Όλιβερ με δυνατή και καθαρή φωνή.
Το αγόρι και το κορίτσι σφίχτηκαν ακόμη περισσότερο το ένα πάνω στο άλλο και τα χείλη τους λες και κόλλησαν μεταξύ τους.
«Με συγχωρείτε», επανέλαβε η κυρία Όλιβερ. «Θα σας πειρά- ξω να περάσω; Θέλω να ανοίξω αυτή την πόρτα.»
Τα δυο παιδιά απομακρύνθηκαν απρόθυμα και την κοίταξαν ενοχλημένα. Η κυρία Όλιβερ μπήκε στο δωμάτιο κι ύστερα βρόντηξε την πόρτα πίσω της και τράβηξε τον σύρτη.
Η πόρτα δεν εφάρμοζε καλά στην κάσα της και οι φωνές απέ- ξω έφταναν αμυδρά στα αυτιά της κυρίας Όλιβερ.
«Αμάν πια», ακούστηκε μια αγορίστικη και μάλλον διαπεραστι- κή φωνή. «Δε βλέπει πως δε θέλουμε να μας ενοχλήσει κανείς;»