«Έχετε ακόμη να δείτε την κυρία Φόρεστερ».
«Το ξέρω», της είπε εκείνος κοφτά.
«Σκέφτηκα πως μπορεί να το ξεχάσατε».
Διέσχισε το δωμάτιο και βγήκε από την απέναντι πόρτα. Τα μάτια του Κρίστοου την ακολούθησαν καθώς αποσυρόταν ήρεμη. Ήταν ασχημούλα η Μπέριλ, όμως αναθεματισμένα αποτελεσματική. Την είχε έξι χρόνια. Ποτέ δεν έκανε ούτε ένα λάθος. Ποτέ δεν τα είχε χάσει, ποτέ δεν έδειξε ανησυχία ή ανυπομονησία. Είχε μαύρα μαλλιά, θαμπό δέρμα και αποφασιστικό πιγούνι. Πίσω από τα χοντρά γυαλιά της τα καθαρά, γκρίζα μάτια της τον επεξεργάζονταν κι αυτόν και όλο το υπόλοιπο σύμπαν με την ίδια αποστασιοποιημένη προσοχή.
Αναζητούσε μια όχι ιδιαίτερα όμορφη γραμματέα που να κοιτά μόνο τη δουλειά της, και είχε βρει μια όχι ιδιαίτερα όμορφη γραμματέα που κοιτούσε μόνο τη δουλειά της, όμως μερικές φορές, παράλογα, ο Τζον Κρίστοου ένιωθε εξοργισμένος. Σύμφωνα με τους νόμους του σινεμά και της λογοτεχνίας, η Μπέριλ θα έπρεπε να είναι απόλυτα αφοσιωμένη στον εργοδότη της. Όμως ο Κρίστοου ήξερε πως δεν της είχε γεμίσει το μάτι. Δεν του έδειχνε ούτε αφοσίωση ούτε αυταπάρνηση. Τον αντιμετώπιζε ως ένα ανθρώπινο πλάσμα επιρρεπές στα λάθη και τίποτε άλλο. Ποτέ δεν την εντυπωσίασε η προσωπικότητά του, δεν την επηρέασε η γοητεία του.