Η Ιβάντζελιν έχωσε το απόκομμα της εφημερίδας που είχε κυκλοφορήσει πριν από δυο βδομάδες στην τσέπη της εμπριμέ φούστας της. Η πόρτα στην άκρη αυτού του παρακμιακού σοκακιού ήταν ελάχιστα πιο ψηλή από εκείνη και κρυμμένη πίσω από μια σκουριασμένη μεταλλική σχάρα αντί να είναι βαμμένη με μια όμορφη κατακόκκινη μπογιά, αλλά θα στοιχημάτιζε το μαγαζί με τα παράξενα αντικείμενα του πατέρα της ότι αυτή ήταν η χαμένη πόρτα. Τίποτα στη Συνοικία των Ναών δεν ήταν τόσο άσχημο. Κάθε είσοδος εδώ αποτελούνταν από σκαλισμένα ξύλα, διακοσμητικά γείσα, γυάλινα σκέπαστρα και επίχρυσες κλειδαριές. Ο πατέρας της ήταν άνθρωπος της θρησκείας, αλλά έλεγε ότι οι εκκλησίες εδώ ήταν σαν βαμπίρ – δεν ήταν φτιαγμένες για λατρευτικούς σκοπούς, αλλά για να δελεάζουν και να παγιδεύουν. Αυτή η πόρτα όμως ήταν διαφορετική. Αυτή η πόρτα δεν ήταν παρά ένα τραχύ κομμάτι ξύλο χωρίς χερούλι και με ξεφλουδισμένη λευκή μπογιά. Αυτή η πόρτα δεν ήθελε να βρεθεί.
Ωστόσο δεν μπορούσε να κρύψει από την Ιβάντζελιν αυτό που πραγματικά ήταν. Το πριονωτό της σχήμα ήταν ξεκάθαρο. Η μία άκρη ήταν μια επικλινής καμπύλη, η άλλη μια οδοντωτή χαρακιά και σχημάτιζαν το μισό μιας ραγισμένης καρδιάς – ένα σύμβολο του Πρίγκιπα των Καρδιών της Μοίρας. Επιτέλους. Αν η ελπίδα ήταν ένα ζευγάρι φτερά, εκείνα της Ιβάντζελιν απλώνονταν πίσω της, ανυπομονώντας να πετάξουν ξανά. Μετά από δυο εβδομάδες έρευνας στην πόλη της Βαλέντα, την είχε βρει.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!