Ονομάζομαι Ιγνάτιος Καραθοδωρής και αισθάνομαι ότι πρέπει να μιλήσω. Όχι ότι θα έχουν σημασία για κάποιον άλλο εκτός από εμένα αυτά που θα γράψω, αλλά εγώ θα τα πω κι ας μην τα διαβάσει κανείς. Εδώ που έφτασα, αυτή η επιλογή μού φαίνεται λογική και σκόπιμη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κομοτηνή, παρότι κανένας από τους γονείς μου δεν κατάγεται από εκεί. Η μητέρα μου είναι από την Ξάνθη, ο πατέρας μου από τη Θεσσαλονίκη. Γνωρίστηκαν στην Κομοτηνή όταν η μητέρα μου σπούδαζε στη Νομική και ο πατέρας μου ερχόταν βόλτα με τους φίλους του για να γνωρίσουν κοπέλες. Σε μια από αυτές τις βόλτες τέλος πάντων, έτυχε να δει τη μάνα μου. Ήταν σε έναν χορό μασκέ σε κάποιο μπαρ της πλατείας Ειρήνης. Αυτή πρέπει να τον ερωτεύτηκε παράφορα, αυτός πάλι όχι και τόσο. Έχω μάθει ότι για δύο χρόνια η κακομοίρα πίστευε ότι είχαν αποκλειστική σχέση, εν αγνοία του.
Μην τα πολυλογώ, η μητέρα μου τελείωσε τη Νομική (δεν καταλαβαίνω γιατί, αφού δικηγόρος δεν έγινε ποτέ) και αποφάσισε να μείνει στην Κομοτηνή μόνιμα. Θλιβερό, αν ρωτάτε εμένα. Σύντομα μετακόμισε στο σπίτι της ο πατέρας μου, πράγμα που υποτίθεται ότι συνέβη επειδή συνειδητοποίησε πόσο πολύ την αγαπάει τάχα μου, αλλά εγώ υποψιάζομαι ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε πως δεν είχε λεφτά και ήθελε να φύγει επειγόντως από το σπίτι των παππούδων μου στην Καλαμαριά. Θα έκανε τα πάντα γι’ αυτό, οι παππούδες μου «τον έπνιγαν μέχρι τον θάνατό τους», έτσι μας έλεγε. Οι γονείς της μητέρας μου έχουν αρκετά μεγάλη περιουσία, εντάξει, όχι τεράστια αλλά ικανοποιητική θα μπορούσε να πει κανείς, επομένως υποθέτω ότι η Λίτσα φάνταζε ωραία επένδυση σ’ εκείνη τη φάση.
Δεν μου το έχει πει κάποιος αυτό το τελευταίο, αλήθεια, το υποθέτω από μόνος μου. Από την άλλη, κάποια πράγματα δεν χρειάζεται να ειπωθούν. Είναι λίγο περίεργη υπόθεση η μητέρα Λίτσα. Δεν το λέω αυτό εις βάρος της, προς Θεού. Ούτε το λέω επειδή χρησιμοποιεί λέξεις όπως «σπορτέξ» και «εξαντρίκ». Απλώς πάντα πίστευα ότι ο πατέρας μου ήταν τελείως απλοϊκός, σε αντίθεση με τη μητέρα μου η οποία, ας πούμε, παρουσίαζε μια κάποια συνθετότητα. Αν οι γονείς μου ήταν πίνακες δηλαδή, ο πατέρας μου θα ήταν κάτι μονοχρωματικό και η μητέρα μου κάτι με εκατό χρώματα, τα οποία θα είχαν προστεθεί πάνω σε έναν παλιότερο πίνακα, ο οποίος θα είχε ζωγραφιστεί πάνω σε έναν ακόμα παλιότερο που ποιος ξέρει τι θα απεικόνιζε – πιθανώς μια ζούγκλα. Έτσι τουλάχιστον πίστευα μέχρι πρόσφατα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!