Ως τη στιγμή που ένας άνθρωπος κινδύνεψε να πεθάνει μπροστά στα μάτια της στο τρένο των 08:05, η μέρα της Αϊόνα ήταν όπως κάθε άλλη. Έφευγε από το σπίτι της πάντα στις εφτά και μισή. Της έπαιρνε κατά μέσο όρο είκοσι λεπτά για να πάει στον σταθμό με τα πόδια, φορώντας τακούνια, που σήμαινε ότι συνήθως έφτανε δεκαπέντε λεπτά πριν το τρένο της αναχωρήσει για τον σταθμό Γουότερλου. Δύο λεπτά αργότερα, αν φορούσε τις γόβες Louboutin. Η έγκαιρη άφιξη στον σταθμό ήταν υψίστης σημασίας εφόσον ήθελε να πιάσει τη συνηθισμένη θέση της, στο συνηθισμένο βαγόνι της, που ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε. Μπορεί η καινοτομία να ήταν υπέροχο πράγμα στη μόδα ή τον κινηματογράφο ή και στη ζαχαροπλαστική ακόμα, αλλά ήταν ανεπιθύμητη σε ό,τι είχε να κάνει με τις καθημερινές μετακινήσεις της για τη δουλειά.
Ο αρχισυντάκτης της Αϊόνα της πρότεινε κάποια στιγμή να ξεκινήσει να εργάζεται από το σπίτι. Ήταν πολύ της μόδας, της είπε, επίσης η δουλειά της μπορούσε να γίνει εξίσου καλά και με τηλεργασία. Προσπάθησε να την πείσει να απαρνηθεί τον προσωπικό της χώρο στο γραφείο με διάφορα καλοπιάσματα, όπως μία ώρα παραπάνω ύπνο και μεγαλύτερη ευελιξία, ενώ όταν αυτά απέβησαν μάταια, επιχείρησε να τη φέρει προ τετελεσμένου, αναγκάζοντάς τη να συμμορφωθεί με μια απαίσια πρακτική ονόματι «ζεστό γραφείο», που –όπως διαπίστωσε η Αϊόνα– ήταν η επιχειρηματική αργκό για το κοινόχρηστο γραφείο. Από παιδί ακόμα, η Αϊόνα απεχθανόταν να μοιράζεται πράγματα. Εκείνο το μικρό επεισόδιο με την κούκλα Barbie είχε μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη της, όπως αναμφίβολα και στων συμμαθητών της.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!