Γρανάδα, 1937
Πίσω από τα κλειστά παντζούρια του σκοτεινού διαμερίσματος τη σιωπή της νύχτας διαπέρασε το διακριτικό κλικ της πόρτας που έκλεινε. Στο έγκλημα της αργοπορίας η κοπέλα είχε προσθέσει και την αμαρτία να προσπαθήσει να αποκρύψει τη λαθραία επιστροφή της.
«Μερθέδες! Πού, στην ευχή, ήσουν;» ακούστηκε ένας βραχνός ψίθυρος. Ένας νέος άντρας αναδύθηκε από τις σκιές στο χολ και η κοπέλα, που δε θα ήταν πάνω από δεκάξι χρονών, στάθηκε αντίκρυ του, με το κεφάλι σκυφτό και τα χέρια κρυμμένα πίσω από την πλάτη της.
«Γιατί άργησες τόσο πολύ; Γιατί μας το κάνεις αυτό;» Ο άντρας δίστασε για μια στιγμή, μετέωρος στο αβέβαιο κενό ανάμεσα στην απόλυτη απελπισία και την ακλόνητη αγάπη του για την κοπέλα.
«Τι κρύβεις εκεί; Λες και δεν το φαντάζομαι…» Εκείνη άπλωσε τα χέρια της. Πάνω στις ανοιχτές παλάμες της έστεκε ένα ζευγάρι φθαρμένα μαύρα παπούτσια, το δέρμα τους απαλό σαν ανθρώπινο, οι σόλες τους τόσο τριμμένες, που ήταν διάφανες.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!