Η κόρη μου φοράει λευκό φόρεμα. Φέρνει σε νυφικό. Ξαπλώνει στην άκρη της θάλασσας. Φωνάζει προς το μέρος μου. Δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει. Η παραλία αδειάζει, έξω νυχτώνει. Η φωνή της αντιλαλεί βαθύτερα. Εξακολουθώ να μην ξεχωρίζω τι ζητάει. Τρεις γλάροι πετάνε πάνω από το νερό, φτερουγίζουν κοντά στην ακτή. Κάνω να περπατήσω προς το μέρος της. Ο αδερφός της Ελένης με πιάνει από το μπράτσο. Με σφίγγει. Του φωνάζω να με αφήσει. Με κοιτάει στα μάτια και γελάει, σφίγγει τη λαβή του μαχαιριού. Η φωνή της κόρης μου συνεχίζει ν’ ακούγεται, αυτή τη φορά παραμορφωμένη – μοιάζει να ξεγλιστρά από χαλασμένο ηχείο. Κοιτάζω τη θάλασσα, δεν μπορώ να τη βρω. Το σκοτάδι είναι πυκνό. Στο μαύρο των ματιών μου αντικατοπτρίζεται η λάμψη της λεπίδας, τραβάω το κεφάλι μου να την αποφύγω. Από το τίναγμα του μαχαιριού ο αέρας κόβεται στα δύο. Τον σπρώχνω, πέφτουμε κάτω. Παλεύουμε. Οι γλάροι πετάνε δίπλα μου. Τα ράμφη τους ορμούν στο χέρι που κρατά το μαχαίρι. Η κόρη μου ουρλιάζει. Καταφέρνω μια γροθιά στο πιγούνι του. Τρέχω στην ακροθαλασσιά. Χάνω την ανάσα μου. Στηρίζομαι στα γόνατα. Το φόρεμα επιπλέει στην επιφάνεια του νερού. Αποκεί έρχεται η φωνή.
Παίρνω ανάσα, μπαίνω μέσα. Το νερό είναι ζεστό, με βρέχει ως τη μέση. Πλησιάζω το φόρεμα, απλώνω το χέρι και το αρπάζω, είναι άδειο. Η κόρη μου συνεχίζει να φωνάζει βοήθεια, δεν μπορώ να τη δω. Κρατώ το φόρεμα στο χέρι. Κοιτάζω τα δάχτυλά μου. Ένα κόκκινο υγρό καλύπτει τις παλάμες μου. Αίμα. Κόκκινη στάμπα πάνω στο λευκό ξεφτισμένο ύφασμα. Αίμα. Το νερό τώρα φτάνει ως τον λαιμό μου. Αίμα. Κόκκινο παντού. Γυρνάω το κεφάλι στην ακτή. Ο αδερφός της Ελένης με δείχνει με το δάχτυλο, γελάει. Πυροβολισμός. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε 04:57. Η λάμπα του πορτατίφ φώτιζε ό,τι είχε απομείνει από το γυάλινο μπουκάλι στο πάτωμα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!