Δυο μερόνυχτα κι ακόμη έφεγγαν οι μεγάλες φωτιές. Πυρπολούσαν τα σύνορα, χάραζαν ένα φωτεινό μονοπάτι στον σκοτεινό δρόμο που έκοψε τόσες χιλιάδες ζωές. Σε όλη την ελληνοαλβανική μεθόριο, πάνω στις πιο ψηλές κορφές, οι φαντάροι των μονάδων που τις είχαν καταλάβει, και παρέμεναν εκεί για να εμποδίσουν κάθε πιθανή είσοδο ανταρτών, είχαν ανάψει εδώ και τρεις μέρες τεράστιες φωτιές. Ήταν ο τρόπος τους να τιμήσουν τους νεκρούς συμπολεμιστές τους, τους χιλιάδες που άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα άγρια βουνά.
Η πρώτη φωτιά άναψε το βράδυ μετά την ολοκληρωτική νίκη του Στρατού, το βράδυ της 30ής Αυγούστου του 1949, στο ύψωμα Κάμενικ, από την 3η Μοίρα Καταδρομών με απώλειες το 54% των ανδρών της σε μόλις έξι μέρες. Η επόμενη φωτιά άναψε μια ώρα αργότερα απέναντι, στο ύψωμα της Μπάτρας, από εκεί στην Κιάφα, στο Τσάρνο, στην Πόρτα Οσμάν, στη Σλήμνιτσα, στην Αλεβίτσα. Σε κάθε ύψωμα μια φωτιά, σε όλο το Γράμμο μια φωτεινή γραμμή, σημείο σημείο, σαν να κεντούσε όλη την οροσειρά μια λαμπερή βελόνα, ίδια ρομφαία των αγγέλων και των δακρύων. Χόρευαν οι τεράστιες φλόγες για τρία μερόνυχτα, σπίθιζαν και γέμιζαν αναλαμπές τα ουράνια, σαν πυροτεχνήματα έμοιαζαν, πυροτεχνήματα μιας ματωμένης και πονεμένης γιορτής.