Σε ένα κελί φυλακής, στο ντιβάνι, στη γωνία, βρίσκεται ξαπλωμένη η Γκαμπριέλ, 56 ετών, με γκρίζα μαλλιά, με γκρι στολή φυλακισμένης. Απέναντί της, υπάρχει ένα μικρό παραθύρι με κάγκελα, κι εκείνη κοιτάζει την πανσέληνο που πέφτει πάνω της. Παραδίπλα η πόρτα του κελιού με κάγκελα επίσης, πιο πέρα μια λεκάνη WC και μπροστά στο κοινό μια απλή ξύλινη καρέκλα. H μουσική χαμηλώνει σιγά σιγά μέχρι που γίνεται απόλυτη ησυχία. Η Γκαμπριέλ ανασηκώνεται από το κρεβάτι της και πλησιάζοντας το παραθύρι γαντζώνεται με τα χέρια της στα κάγκελα. Ανασηκώνει τα πόδια της προσπαθώντας να δει έξω, μα δε φτάνει όλο το κεφάλι, ίσα στο ύψος των ματιών. Γυρίζει το σώμα της πλησιάζει το κοινό, κοιτάζοντας στο άπειρο σκεπτική και σταματά μπροστά τους. Γέρνει ελαφρά τους ώμους της και μετά μονολογεί. Η φωνή της ακούγεται βαριά και κουρασμένη.
ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ Νύχτωσε… Νύχτωσε ακόμη μια φορά κι εγώ δεν μπορώ να πιάσω το φεγγάρι… δεν μπορώ να λουστώ κάτω από το φως του, δεν μπορώ να παίξω κρυφτό μαζί του… δεν μπορώ να χορέψω κάτω από τη λάμψη του, να του μιλήσω για έρωτες… λάθη… σφάλματα… Όμως δεν ξέχασα τίποτα… Σήμερα 19η Απριλίου, 1986, μετρώ. Χρόνια… είκοσι… Μήνες… διακόσιοι σαράντα… Νυχτιές… επτά χιλιάδες, τριακόσιες δύο… Τις μέρες, όχι, δεν τις μετρώ, αυτές δε με αγγίζουν… την ημέρα είμαι αόρατη… δε ζω… δεν υπάρχω… Μα σαν ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται, οι αναμνήσεις βγαίνουν απ’ τα συρτάρια τους και με κυνηγούν σαν δαίμονες, για να μου θυμίζουν πως ζω, πως ακόμα υπάρχω… Πόσα χρόνια θα με βασανίζουν ακόμα, δεν το ξέρω… Κάθε μέρα που ξημερώνει εύχομαι να ’ναι η τελευταία μου, μα… μα, σαν πλακώνει το σκοτάδι, εγώ ξαναγεννιέμαι από τις στάχτες μου.