Ο Στρατής πρώτα έφαγε τα κουφέτα του γάμου της και μετά την είδε. Οι μπομπονιέρες τούς περίμεναν στον Πειραιά. Ο άνθρωπος του γραφείου τις κουβάλησε στο καράβι, μέσα σ’ ένα μεγάλο πακέτο, δεμένο με χρυσή κορδέλα. «Ξέρει πάντως να τα κάνει αρχοντικά τα πράγματα η κυρα-Τερέζα», σχολίασε ο Μάρκος, ο μάγειράς τους. Ήταν ο μόνος που συμπαθούσε τη γυναίκα του καπετάνιου. Ακόμα κι αυτοί που δεν την είχαν δει ποτέ τους, την κακολογούσαν για ξιπασμένη και ψωροπερήφανη. Κρατούσε από μεγάλο σόι βλέπεις. Οι Σομμαρίπα ήταν κάποτε άρχοντες τρανοί στη Νάξο, όταν όμως ο Γιάννης Περσελής χτύπησε την πόρτα του σπιτιού τους στο κάστρο και ζήτησε το χέρι της μοναχοκόρης τους, τα δωμάτια του αλλοτινού πύργου ήταν γεμάτα υγρασία και κομμάτια σοβά έπεφταν από τα ζωγραφιστά ταβάνια.
Είπε το ναι η Τερέζα αλλά ποτέ δεν παραδέχτηκε τον άντρα της για όμοιό της. Στο σπίτι που τον έβαλε να της αγοράσει στην Ερμούπολη, έφερε και κόλλησε πάνω από την πόρτα το μαρμάρινο οικόσημο των Σομμαρίπα, ένα λιοντάρι που κρατούσε στα χέρια του σκήπτρο. Δεν είχε νόημα να το αφήσει στο πατρογονικό της. Δυο χρόνια μετά τον γάμο της, ο πατέρας της, σε μια γενναία απόφαση που του στοίχισε την αποδοκιμασία των γυναικών της οικογένειας –συζύγου, κόρης και μιας ανύπαντρης αδελφής–, πούλησε το ρημαγμένο αρχοντικό στο Δημόσιο, να εγκαταστήσει εκεί κάποιες υπηρεσίες της Νομαρχίας. «Τι θέλετε; Να περιμένουμε πότε θα πέσουν οι πέτρες να μας πλακώσουν;» ήταν το λογικό επιχείρημά του που όμως μόνο εκείνος φαινόταν να παραδέχεται.