Ο Ηρακλής Πουαρό κάθισε και προγευμάτισε στο μικρό αλλά βολικό διαμέρισμά του στο Γουάιτχολ Μάνσιον. Είχε απολαύσει το μπριός του και μια κούπα αχνιστή σοκολάτα. Παραδόξως, διότι ήταν άνθρωπος των συνηθειών και σπανίως άλλαζε τη ρουτίνα του προγεύματος, ζήτησε από τον υπηρέτη του, τον Τζορτζ, να του ετοιμάσει ακόμα ένα ρόφημα σοκολάτα. Ενόσω το περίμενε, έριξε πάλι μια ματιά στην πρωινή αλληλογραφία που βρισκόταν στο τραπέζι του προγεύματος. Σχολαστικά τακτικός όπως πάντα, είχε τοποθετήσει τους ξεδιαλεγμένους φακέλους σε μια περιποιημένη στοίβα. Τους είχε ανοίξει πολύ προσεκτικά με τον χαρτοκόπτη, που ήταν μια μινιατούρα σπαθιού που του είχε δωρίσει σε κάποια γενέθλιά του πριν από πολλά χρόνια ο παλιόφιλός του, ο Χέιστινγκς. Μια δεύτερη στοίβα περιείχε εκείνη την αλληλογραφία που δεν έβρισκε ενδιαφέρουσα –ενημερωτικά έντυπα, κυρίως– και που κάποια στιγμή θα ζητούσε από τον Τζορτζ να τη μεταφέρει στον κάλαθο των αχρήστων. Η τρίτη στοίβα απαρτιζόταν από εκείνες τις επιστολές για τις οποίες θα έπρεπε να στείλει κάποια απάντηση –ή, τουλάχιστον, μια ενημέρωση– ότι τις παρέλαβε. Με αυτό θα καταπιανόταν μετά το πρόγευμα και εν πάση περιπτώσει όχι πριν από τις δέκα.
Ο Πουαρό δε θεωρούσε τόσο επαγγελματικό να αρχίζει την εργασία του πριν από τις δέκα. Όταν δούλευε μια υπόθεση… α, τότε ήταν, βέβαια, διαφορετικά τα πράγματα. Θυμήθηκε που κάποτε αυτός και ο Χέιστινγκς είχαν αρχίσει πολύ πριν από το χάραμα προκειμένου να… Όμως όχι, ο Πουαρό δεν ήθελε να στραφούν οι σκέψεις του στο παρελθόν· στο ευτυχισμένο παρελθόν. Η τελευταία υπόθεσή τους, που είχε να κάνει με μια διεθνή εγκληματική οργάνωση γνωστή ως «Οι Μεγάλοι Τέσσερις», είχε οδηγηθεί σε ικανοποιητική κατάληξη και ο Χέιστινγκς είχε επιστρέψει στην Αργεντινή, στη σύζυγό του και στο ράντσο του. Μολονότι ο παλιός του φίλος είχε γυρίσει προσωρινά στο Λονδίνο για δουλειές σχετικά με το ράντσο, ήταν εξόχως απίθανο να συμβεί να συνεργαστούν για να εξιχνιάσουν κάποιο έγκλημα.