Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ένα φίνο λινό στο χρώμα του άγουρου φιστικιού, κεντημένο με ωραία κοφτά σχέδια – κυπαρισσί και λευκή η κλωστή που είχε διαλεχτεί κάποτε για να το κεντήσουν. Πάνω του ήταν ακουμπισμένο –ευλαβικά, θαρρείς– ένα υπέροχο σερβίτσιο τσαγιού από πορσελάνη Σεβρών εκτυφλωτικά άσπρη, με πράσινα και χρυσά τελειώματα, και ένα μικρό βάζο από απόλυτα διάφανο κρύσταλλο, με μικρά κρινάκια του βουνού που σκορπούσαν ένα διακριτικό άρωμα. Μόλις η γυναίκα με τα ρυτιδιασμένα χέρια και τις πανάδες σερβίρισε το τσάι που άχνιζε, το άρωμα των κρίνων εξαφανίστηκε, γιατί επισκιάστηκε από εκείνο του τσαγιού. – Ζάχαρη; ρώτησε, κρατώντας το πιάτο και το φλιτζάνι μετέωρα. – Τρεις κουταλιές, ευχαριστώ, είπε η άλλη και στριφογύρισε στην πολυθρόνα της. Ήπιαν μερικές καυτές γουλιές στη σιωπή. Μέσα στη σάλα δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο από κάτι μικρά τσακ και τσικ καθώς ακουμπούσαν οι πορσελάνες μεταξύ τους, όσες φορές επέστρεφε το φλιτζάνι στη βάση του, αφού είχε ακουμπήσει στα χείλη τους. Χείλη στεγνά, αγέλαστα, σφιγμένα. Και άβαφα.
Η οικοδέσποινα φορούσε ένα απλό μαύρο φόρεμα. Ήταν ψηλή και αδύνατη, σχεδόν ξερακιανή, και το πρόσωπό της –ένα πρόσωπο με αριστοκρατική ομορφιά, με γαλάζια μάτια και ωραία χαρακτηριστικά– ήταν στολισμένο με λεπτές λεπτές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και από τις άκρες των χειλιών. Τα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά –ωραία ξανθά μαλλιά, στολισμένα με εκατομμύρια ασημένιες τρίχες–, που τα έστρωνε κάθε τόσο με το χέρι της ώστε να μένουν πίσω από τα αυτιά, ενώ στα χέρια φορούσε τη βέρα της και ένα μικρό χρυσό δαχτυλίδι με μια κατακόκκινη τετράγωνη πέτρα. Η άλλη, απέναντί της, στην ίδια ηλικία πάνω κάτω –δεν θα ’χαν φτάσει τα εξήντα· κι αν ναι, δεν θα ήταν πολύ καιρό πριν–, ήταν το ακριβώς αντίθετο: κοντούλα και στρουμπουλή, με πρόσωπο φεγγάρι, χωρίς ίχνος ρυτίδας, μελαχρινή, με μακριά μαλλιά, που τα είχε μαζεμένα σε έναν χαλαρό κότσο.