Κατέβηκα στο Μπαρμπές. Όπως και την τελευταία φορά, άνθρωποι, στριμωγμένοι, περίμεναν το υπέργειο μετρό. Βάδιζαν αργά στο πεζοδρόμιο κρατώντας τις χαρακτηριστικές, ροζ πλαστικές τσάντες των φτηνών καταστημάτων Tati. Πήρα το μπουλβάρ ντε Μαζεντά, αναγνώρισα το Billy, μαγαζί με ρούχα, που είχε απέξω άνορακ κρεμασμένα. Μια γυναίκα περπατούσε προς το μέρος μου· μέσα από τις μαύρες κάλτσες της με τα έντονα μοτίβα διαγράφονταν γεροδεμένες γάμπες. Η οδός Αμπρουάζ-Παρέ ήταν σχεδόν έρημη ώσπου έφτανες στα πέριξ του νοσοκομείου. Ακολούθησα τον μακρύ, θολωτό διάδρομο της πτέρυγας Ελιζά. Την πρώτη φορά, δεν είχα προσέξει το κιόσκι στο προαύλιο που εκτεινόταν κατά μήκος του διαδρόμου με τις μεγάλες τζαμαρίες. Αναρωτιόμουν πώς θα τα έβλεπα όλα αυτά σε λίγο, όταν θα έφευγα. Έσπρωξα την πόρτα με τον αριθμό 15 και ανέβηκα δύο ορόφους. Έφτασα στον χώρο υποδοχής του τμήματος εργαστηριακών εξετάσεων. Έδωσα στην υπάλληλο το χαρτάκι με τον αριθμό μου. Εκείνη έψαξε σε μια καρτελοθήκη κι έβγαλε έναν καφετί φάκελο που περιείχε διάφορα χαρτιά. Άπλωσα το χέρι μου, αλλά δεν μου τον έδωσε. Τον άφησε στο γραφείο, λέγοντάς μου να καθίσω και να περιμένω να με καλέσει.
Η αίθουσα αναμονής είχε δύο συνεχόμενους χώρους. Διάλεξα τον πλησιέστερο στην πόρτα της γιατρού, όπου υπήρχε και ο περισσότερος κόσμος. Άρχισα να διορθώνω τα γραπτά που είχα πάρει μαζί μου. Ακριβώς μετά, μια πολύ νεαρή κοπέλα, με μακριά, ξανθά μαλλιά, έδωσε το χαρτάκι της. Σι-γουρεύτηκα πως και σε κείνη δεν έδωσαν τον φάκελο και της είπαν να καθίσει και να περιμένει. Κι άλλοι περίμεναν ήδη, καθισμένοι σε απόσταση μεταξύ τους: ένας τριαντάρης ντυμένος μοδάτα και με αρχές φαλάκρας, ένας νεαρός μαύρος με γουόκμαν, ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με τα-λαιπωρημένη όψη, σωριασμένος στο κάθισμά του. Μετά την ξανθιά κοπέλα, ένας τέταρτος άντρας εμφανίστηκε, κάθισε με αυτοπεποίθηση σε μια καρέκλα, έβγαλε ένα βιβλίο απ’ τον χαρτοφύλακά του. Κατόπιν, ένα ζευγάρι: εκείνη, με στενό κολάν πάνω από κοιλιά εγκύου, εκείνος με κοστούμι και γραβάτα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!