6ος αιώνα π.Χ. Ο ελληνικός κόσμος βγαίνει από την ελάχιστα γνωστή («σκοτεινή») περίοδο που ακολούθησε το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου. Ή με λιγότερο αποκαλυπτικούς όρους, είναι η εποχή που η περίοδος των μυκηναϊκών ανακτόρων και των απόνερων αυτής, βρίσκει τη φυσική της συνέχεια στην ανάπτυξη τοπικό-κρατικών (μη-φυλετικών, μη-φατριακών) πολιτικών σχηματισμών, άμεσων πρόδρομων του θεσμού αλλά και της κουλτούρας της πόλις.
Η φυλετικό-οικογενειαρχία δίνει τη θέση της σε μια ευρύτερη γεωγραφική συνείδηση (παράλια, μεσόγεια, ορεινά, πεδινά, νησιωτικά, ηπειρωτικά κτλ.). Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο ελληνισμός μεγαλώνει εξωτερικά με αποικισμούς και εσωτερικά/κοινωνικά με νέα επαγγέλματα που ωθούν προς την αναδιανομή του πλούτου και την ανάδυση νέων οικονομικό-κοινωνικών ομάδων (έμποροι, βιοτέχνες, ναυτικοί κ.α.).
Έτσι εγκαινιάζεται ο πρώτος γνωστός διαφωτισμός του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με την Προσωκρατική φιλοσοφία. Προσωκρατική όχι μόνο γιατί προηγήθηκε χρονικά του Σωκράτη, αλλά και γιατί η σωκρατική και μετασωκρατική περίοδος ήρθε να τη διαδεχθεί ως φυσική συνέχεια.
Η Προσωκρατική φιλοσοφία κάλυψε την περίοδο από τον 7ο με 6ο αιώνα π.Χ. έως και τον 5ο αι. π.Χ. Ακολούθησε η περίοδος της Αττικής φιλοσοφίας ή αλλιώς η Κλασική φιλοσοφία (5ος-4ος αι. π.Χ.). Και η αρχαία σκέψη κλείνει με την Ελληνορωμαϊκή φιλοσοφία (3ος αι. π.Χ.-6ος αι.), για να πάρει τα σκήπτρα η Βυζαντινή.
Η διαφορά των προσωκρατικών με τους κλασικούς φιλόσοφους έγκειται στο γεγονός ότι οι πρώτοι ασχολήθηκαν με το φυσικό στοχασμό (κοσμογονία) και κατ’ επέκταση με τον άνθρωπο και την κοινωνία, ενώ οι δεύτεροι ήταν ανθρωποκεντρικοί. Με αρχή όμως τους προσωκρατικούς και εν αντιθέσει με τους τρόπους σκέψης άλλων πολιτισμών, η ελληνική σκέψη αποδεσμεύεται από το μύθο, το θείο και τη δεισιδαιμονία, για να εγκατασταθεί ο καινοτόμος δρόμος της λογικής. Παράλληλα γίνεται εισήγηση σε μια ορολογία και ένα εννοιολογικό σύστημα που καλύπτει τη λογική προσέγγιση. Και εδώ γεννάται το ερώτημα για τη μαγεία της ελληνικής γλώσσας: ήταν η γλώσσα που ευνόησε τη φιλοσοφία ή η φιλοσοφία ώθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας;
Σε κάθε περίπτωση, η προσωκρατική σκέψη ξεκινά ως μονισμός (μια αρχή των πάντων) και εξελίσσεται μαζί με τον σταδιακό εκδημοκρατισμό του ελληνικού κόσμου, του οποίου τους σπόρους ανιχνεύουμε στα Ομηρικά έπη και στα ησιόδεια έργα, σε πολυαρχική αντίληψη και πλουραλισμό των γενεσιουργών φυσικών στοιχείων του κόσμου. Επίσης ερώτημα δυσαπάντητο είναι εάν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες «εκδημοκράτισαν» τη φιλοσοφία ή εάν η λογική σκέψη ώθησε τη δημοκρατική πολιτική οργάνωση πρώτη.
Ο ανά χείρας τόμος καταφέρνει σε λιγότερο από διακόσιες σελίδες να καλύψει όλο το πλαίσιο διαμόρφωσης της προσωκρατικής σκέψης και να κάνει επαρκέστατη αναφορά στους εκπρόσωπους της, ομαδοποιώντας και καλύπτοντας όλες τις τάσεις σε σύντομη, αλλά αρκούντως περιεκτική, εύχρηστη και ευχάριστη μορφή. Παρεπιπτόντως το βιβλίο αποτελεί δείγμα για το πως θα πρέπει να γράφεται ένα καλό εισαγωγικό πόνημα.