Από τον Μάιο μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους έζησα στην κορυφή ενός βουνού κοντά στην είσοδο μιας στενής κοιλάδας. Το καλοκαίρι έβρεχε ασταμάτητα βαθιά μες στην κοιλάδα, έξω όμως απ’ αυτή συνήθως είχε λιακάδα. Αυτό οφειλόταν στον νοτιοδυτικό άνεμο που έπνεε από τον ωκεανό. Νοτερά σύννεφα παρασυρμένα από τον άνεμο έμπαιναν στην κοιλάδα, φέρνοντας βροχή στον δρόμο τους προς τα πρανή. Το σπίτι ήταν χτισμένο ακριβώς πάνω στο σύνορο, κι έτσι συχνά ήταν ηλιόλουστο από μπροστά, ενώ στην πίσω μεριά γινόταν κατακλυσμός. Αρχικά μου φάνηκε ανησυχητικό, αλλά όσο το συνήθιζα άρχισα να το βρίσκω φυσιολογικό.
Χαμηλά ράκη από σύννεφα στεφάνωναν τα γύρω βουνά. Όταν φυσούσε αέρας, αυτά τα θραύσματα νεφών, σαν περιπλανώμενα πνεύματα από το παρελθόν, περιφέρονταν διστακτικά πάνω στα βουνά σαν να γύρευαν χαμένες αναμνήσεις. Η αγνή λευκή βροχή στροβιλιζόταν σιωπηλά στον άνεμο σαν φίνο χιόνι. Καθώς ο αέρας σπάνια κόπαζε, έβγαζα ακόμα και ολόκληρο το καλοκαίρι χωρίς κλιματισμό.
Το ίδιο το σπίτι ήταν παλιό και μικρό, αλλά ο πίσω κήπος ήταν μεγάλος. Παρατημένος όπως ήταν στην τύχη του, η πράσινη αγριάδα είχε θεριέψει καταλαμβάνοντας τα πάντα, ενώ εκεί είχε στήσει το σπιτικό της και μια οικογένεια γατών. Όταν ήρθε ένας κηπουρός να κουρέψει τα χόρτα, η γατοοικογένεια μετακόμισε αλλού. Φαντάζομαι ότι θα ένιωσε πολύ εκτεθειμένη. Η οικογένεια αποτελούνταν από μια ριγωτή μητέρα και τα τρία γατάκια της. Η μητέρα ήταν αδύνατη και απέπνεε μια αυστηρότητα, λες και η ζωή τής είχε επιφυλάξει μόνο δοκιμασίες.