«Θα χαλαρώσεις επιτέλους; Έχω σχεδόν τελειώσει». Με αποφασιστικές κινήσεις, η Άλι κουκούβισε στο σκοτάδι για να ζωγραφίσει το τελευταίο γράμμα, το Ι, ενώ ο Μαρκ γονάτισε δίπλα της κρατώντας τον φακό. Οι φωνές τους αντηχούσαν στον αδειανό διάδρομο. Η δέσμη του φωτός που σήμαδευε το έργο της τρεμούλιασε από το γέλιο του. Ξαφνικά, ένας κρότος τούς έκανε και τους δυο να αναπηδήσουν. Οι λάμπες τρεμόπαιξαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους κι ύστερα όλος ο διάδρομος λούστηκε στο φως. Δύο ένστολοι έστεκαν πλάι στην πόρτα. Η Άλι ακούμπησε σιγά το τενεκεδάκι της μπογιάς στο πάτωμα κρατώντας ακόμη το πινέλο, κι έτσι το γράμμα επιμηκύνθηκε αλλόκοτα κατά μήκος της πόρτας του διευθυντή, μέχρι το βρόμικο λινόλαιο του δαπέδου. «Τρέχα!» Κι ενώ ξεστόμιζε τη λέξη αυτή, η Άλι το είχε ήδη βάλει στα πόδια – το τρίξιμο από τις λαστιχένιες σόλες των αθλητικών της παπουτσιών αντηχούσε υπόκωφα στο άδειο σχολείο του Μπρίξτον Χιλ. Δεν κοίταξε πίσω της για να δει αν ο Μαρκ την ακολουθούσε.
Δεν ήξερε πού ήταν οι άλλοι, αν όμως ο Χάρι είχε γίνει πάλι τσακωτός, ο μπαμπάς του θα τον σκότωνε. Στρίβοντας γρήγορα στη γωνία, διαπίστωσε ότι ο διάδρομος εδώ ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Στο τέρμα του, είδε την πράσινη λάμψη του σήματος ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ. Η αδρεναλίνη την κατέκλυσε καθώς άρχισε να τρέχει προς την ελευθερία. Θα τα κατάφερνε. Θα την έβγαζε καθαρή. Έπεσε με ορμή στη διπλή πόρτα που υποτίθεται ότι θα την ελευθέρωνε. Η πόρτα ούτε που σάλεψε. Μη θέλοντας να το πιστέψει, η Άλι έσπρωξε ξανά. Η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη. Να πάρει η οργή. Αν δεν ήμουν εδώ για βανδαλισμό, σκέφτηκε, θα τηλεφωνούσα αμέσως στην τοπική εφημερίδα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!