Το σχήμα αυτό εγγράφει καταρχάς τη σχέση του υποκειμένου με τον Άλλο. Έτσι όπως αυτή στοιχειοθετείται στην αρχή της ανάλυσης, είναι η δυνητική σχέση λόγου [parole] με την οποία το υποκείμενο προσλαμβάνει από τον Άλλο το ίδιο του το μήνυμα, υπό μορφή ασυνείδητου λόγου. Αυτό το μήνυμα είναι απαγορευμένο για το υποκείμενο, που το παραγνωρίζει βαθύτατα, είναι μήνυμα παραμορφωμένο, σταματημένο, αιχμαλωτισμένο, λόγω της παρεμβολής της φαντασιακής σχέσης μεταξύ α και α΄, ανάμεσα στο εγώ και τον άλλο, ο οποίος είναι το τυπικό του αντικείμενο. Η φαντασιακή σχέση, που είναι μια σχέση κατ' ουσίαν αλλοτριωμένη, διακόπτει, επιβραδύνει, αναστέλλει, αντιστρέφει τις περισσότερες φορές, παραγνωρίζει βαθύτατα τη σχέση λόγου ανάμεσα στο υποκείμενο και τον Άλλο, τον μεγάλο Άλλο [με Άλφα κεφαλαίο], αυτόν ο οποίος είναι ένα άλλο υποκείμενο, ένα υποκείμενο κατεξοχήν ικανό να εξαπατά.
Ετούτο το σχήμα, δεν είναι μάταιο που έχει εισαχθεί στην ψυχαναλυτική εμπειρία, βλέποντας το πώς η τελευταία διατυπώνεται σήμερα από έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ψυχαναλυτών, οι οποίοι καθιστούν επικυρίαρχη στην ψυχαναλυτική θεωρία τη σχέση αντικειμένου ως πρωτογενή, χωρίς ωστόσο να την σχολιάζουν περαιτέρω. Εστιάζουν επάνω της τη διαλεκτική της αρχής της ευχαρίστησης και της αρχής της πραγματικότητας, και βασίζουν την ψυχαναλυτική πρόοδο σε μια αναδιευθέτηση της σχέσης του υποκειμένου με το αντικείμενο –που θεωρείται δυαδική σχέση-, η οποία υποτίθεται πως είναι, προσθέτουν αναφερόμενοι στην ψυχαναλυτική κατάσταση, εξαιρετικά απλή. Ε, λοιπόν, αυτή τη σχέση του υποκειμένου με το αντικείμενο που τείνει όλο και περισσότερο να καταλάβει το επίκεντρο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, αυτήν ακριβώς θα θέσουμε εμείς υπό εξέταση.