Αυτό που σε αναζητάει σε έχει στοχεύσει ήδη από πολλές μεριές. Αγνοώ το γιατί τούτη η φράση ήρθε και γράφτηκε πάνω πάνω στο κείμενο που ξεκινώ. Ας την προσαρμόσει ο αναγνώστης όπως νομίζει κατά την πορεία της ανάγνωσης και κατά τον εαυτό του. Η γνωριμία μου με τη Βιέρα Ούλκμαν συνέβη κάποια έτη πριν, μέσα στη χρονιά όπου άρχιζε γεμάτη ελπιδοφόρες ή φοβικές προλήψεις η χιλιετία του 2000. Mια καινούργια χιλιετία δεν είναι βέβαια κάτι που μας συμβαίνει συχνά, σε πόσους έτυχε να τη δρασκελήσουν; Δε γίνεται να μην κουβαλάει περίεργες ενέργειες και πρωτόγνωρα επεισόδια· μια καινούργια χιλιετία δεν ξεκινά απλώς με έναν αριθμό που σέρνει πίσω του τρία μηδενικά. Περιμέναμε κάτι συνταρακτικό από την πρώτη κιόλας νύχτα, από τα μεσάνυχτα που γύριζε λες η σελίδα της γης. Όμως η επόμενη μέρα, μετά τη θορυβώδη Πρωτοχρονιά, ήταν ολόιδια με όλες τις μέρες που ανήκαν στην προηγούμενη εβδομάδα, σαν όλα τα πρωινά του κόσμου πρωινό. Όσα θέλω να αφηγηθώ εδώ δεν έχουν να κάνουν με την αλλαγή της χιλιετίας, καμία σχέση, την ανέφερα μόνο και μόνο για να τοποθετήσω χρονικά την υπόθεση.
Πρόκειται για μια ιστορία μυστική, προσώπων μακρινών, μυστικών κι αυτών, που επιθυμώ να καταθέσω με όσο γίνεται σύντομο τρόπο. Πρώτα πρώτα έλαβα μια επιστολή σταλμένη αρχικά στον εκδότη μου και από το γραφείο του εκδότη μου την προώθησαν ταχυδρομικά σ’ εμένα. Τη βρήκα μαζί με λογαριασμούς και διαφημιστικά φυλλάδια μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού μου, το οποίο αφήνω γενικά ξεκλείδωτο, έχω θέμα με τα κλειδιά και τα κλειδώματα. Τα κλειδιά που κουβαλώ πάνω μου με κουράζουν, αλλά κυρίως τα χάνω συχνά με όλα τα μπελαλίδικα που έπονται άμα χάνεις κλειδί. Έχω μια συστηματική όσο και ακατανίκητη ευκολία στο να χάνω κλειδιά, πράγμα που με προβληματίζει και με ταλαιπωρεί, όμως δεν είναι αυτό τώρα το ζήτημα.