Ο Ηρακλής Πουαρό συνοφρυώθηκε. «Δεσποινίς Λέμον», είπε. «Μάλιστα, κύριε Πουαρό;» «Αυτό το γράμμα έχει τρία λάθη». Η φωνή του ήταν γεμάτη δυσπιστία, διότι η δεσποινίς Λέμον, αυτή η κακάσχημη αλλά ικανότατη γυναίκα, ποτέ δεν έκανε λάθη· ποτέ δεν αρρώσταινε, ποτέ δεν κουραζόταν, ποτέ δεν αναστατωνόταν, ποτέ δεν έπεφτε σε ανακρίβειες. Από πρακτικής άποψης, με άλλα λόγια, δεν ήταν καν γυναίκα. Ήταν μηχανή – η ιδανική γραμματέας. Ήξερε τα πάντα, μπορούσε να αντιπαρέλθει κάθε δυσκολία. Διηύθυνε, τρόπον τινά, τη ζωή του Ηρακλή Πουαρό σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Η τάξη και η μεθοδικότητα ήταν εδώ και πολλά χρόνια οι λέξεις-κλειδιά του Ηρακλή Πουαρό, η επωδός του. Χάρη στον Τζορτζ, τον άψογο υπηρέτη του, και στη δεσποινίδα Λέμον, την άψογη γραμματέα του, η τάξη και η μεθοδικότητα κυβερνούσαν απόλυτα τη ζωή του. Τώρα που τα κράμπετ* έβγαιναν, εκτός από στρογγυλό, και σε τετράγωνο σχήμα, δεν είχε κανένα λόγο διαμαρτυρίας.
Ωστόσο, σήμερα το πρωί η δεσποινίς Λέμον είχε κάνει τρία λάθη στην υπαγόρευση μιας απλούστατης επιστολής και, επιπλέον, δεν είχε καν επισημάνει τα εν λόγω λάθη. Θα έπεφτε ο ουρανός να τους πλακώσει! Ο Ηρακλής Πουαρό κράτησε προς το μέρος της το ένοχο κείμενο. Δεν ήταν εκνευρισμένος – ήταν απλώς κατάπληκτος. Επρόκειτο για ένα από τα πράγματα που δεν έπρεπε να συμβούν – είχε όμως συμβεί! Η δεσποινίς Λέμον πήρε το γράμμα. Το περιεργάστηκε. Πρώτη φορά στη ζωή του ο Πουαρό την είδε να κοκκινίζει· ένα έντονο, άχαρο, απωθητικό κοκκίνισμα, που έβαψε την όψη της ίσαμε τις ρίζες των πυκνών γκριζαρισμένων μαλλιών της.