Η θαλαμηγός αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Φιουμιτσίνο. Η σωσίας της Κυρίας μου βρισκόταν ακόμη στο κατάστρωμα. Η δουλειά της ήταν απλή, απλώς να υπάρχει. «Βάλε τη Λάουρα σε ένα αυτοκίνητο και στείλ’ τη σ’ εμένα», είπα όταν απάντησε στο τηλέφωνο ο Ντομένικο, ο οποίος βρισκόταν στη Ρώμη. «Δόξα τω Θεώ…» είπε με ανακούφιση ο νεαρός. «Έχει αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη», τον άκουσα να κλείνει την πόρτα πίσω του. «Δεν ξέρω κατά πόσο σ’ ενδιαφέρει αυτό, αλλά ρωτούσε για σένα». «Μην πας μαζί της», απάντησα, αγνοώντας τον. «Θα τα πούμε στη Βενετία. Ξεκουράσου». «Δε θα ρωτήσεις τι έλεγε;» Ο Ντομένικο δεν το έβαζε κάτω. Διέκρινα στη φωνή του μια χαρούμενη χροιά. «Είναι κάτι που έχει ενδιαφέρον;» ρώτησα όσο πιο σοβαρά ήταν δυνατόν, παρόλο που μέσα μου ήμουν περίεργος σαν παιδάκι για το τι συζητούσαν. «Της λείπεις». Αυτή η σύντομη δήλωση μου έσφιξε το στομάχι. «Αυτό νομίζω». «Φρόντισε να φύγει το συντομότερο δυνατό». Έκλεισα και κοίταξα τη θάλασσα.
Για άλλη μια φορά αυτή η γυναίκα μού προκαλούσε πανικό. Αυτό το συναίσθημα μου ήταν εντελώς ξένο για να μπορώ να το εντοπίζω και να το ελέγχω. Απομάκρυνα το κορίτσι που προσποιούνταν τη Λάουρα αλλά τη διέταξα να βρίσκεται συνεχώς κοντά. Δεν είχα ιδέα αν σε λίγο θα ήταν χρήσιμη η παρουσία της. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μάτος, ο Φλάβιο με τα πυροβολημένα χέρια είχε επιστρέψει στο νησί, αλλά πέρα απ’ αυτό δεν έγινε τίποτε άλλο. Σαν να μην είχε συμβεί το περιστατικό στο Nostro. Οι συνοπτικές πληροφορίες που μας μετέφερε ο σύνδεσμός μας δε με ικανοποιούσαν, κι έτσι έστειλα εκεί τους δικούς μου, οι οποίοι επιβεβαίωναν όλα όσα μάθαινα. Το μεσημέρι είχα μια τηλεδιάσκεψη με ανθρώπους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έπρεπε να σιγουρευτώ πως θα συμμετέχουν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Χρειαζόμουν μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο μαζί τους· η παραγγελία της επόμενης αποστολής όπλων, τα οποία σκόπευα να πουλήσω στη Μέση Ανατολή, απαιτούσε την παρουσία μου.