Η δεσποινίς Λέμον, η ικανότατη γραμματέας του Πουαρό, απάντησε στο τηλεφώνημα. Άφησε στην άκρη το σημειωματάριο στενογραφίας, σήκωσε το ακουστικό και είπε χωρίς έμφαση «Τραφάλγκαρ 8137». Ο Ηρακλής Πουαρό έγειρε πίσω στην καρέκλα του με την ίσια ράχη και έκλεισε τα μάτια. Τα δάχτυλά του έπαιζαν σιγανά ταμπούρλο στην κόχη του γραφείου, σε έναν αργό, στοχαστικό ρυθμό. Στο μυαλό του συνέχιζε να συνθέτει τις κομψές φράσεις της επιστολής που υπαγόρευε προ ολίγου.
Σκεπάζοντας με την παλάμη της το ακουστικό, η δεσποινίς Λέμον τον ρώτησε χαμηλόφωνα: «Αποδέχεστε μια προσωπική κλήση από το Νάσκομπ του Ντέβον;» Ο Πουαρό συνοφρυώθηκε. Η τοποθεσία δεν του έλεγε τίποτε. «Ποιος τηλεφωνεί;» ρώτησε επιφυλακτικά. Η δεσποινίς Λέμον έκανε την ίδια ερώτηση μιλώντας στο ακουστικό. «Αριά… τι;» είπε αβέβαια. «Α, μάλιστα… Και το επώνυμο;» Στράφηκε πάλι προς τον Ηρακλή Πουαρό. «Η κυρία Αριάδνη Όλιβερ». Τα φρύδια του Πουαρό τινάχτηκαν προς τα πάνω. Στο μυαλό του αναδύθηκε η ανάμνηση ενός προσώπου: ανεμοδαρμένα γκρίζα μαλλιά… αετίσια κατατομή…
Σηκώθηκε και πήρε τη θέση της δεσποινίδος Λέμον στο τηλέφωνο. «Ομιλεί ο Ηρακλής Πουαρό», δήλωσε με στόμφο. «Ο κύριος Ηρακλής Πορό αυτοπροσώπως;» επέμεινε με καχυποψία η τηλεφωνήτρια. Ο Πουαρό τη διαβεβαίωσε ότι ήταν αυτός. «Σας συνδέω με τον κύριο Πορό», ακούστηκε να λέει τώρα η τηλεφωνήτρια. Τη λεπτή και ελαφρώς σφυριχτή γυναικεία φωνή διαδέχτηκε μια άλλη, επίσης γυναικεία, βαθιά και τόσο βροντερή, που έκανε τον Πουαρό να απομακρύνει τουλάχιστον μια σπιθαμή το ακουστικό του τηλεφώνου.