Τα μεσημέρια η μις Τζέιν Μαρπλ συνήθιζε να ανοίγει τη δεύτερη εφημερίδα της. Κάθε πρωί παραδίδονταν στο σπίτι της δύο εφημερίδες. Την πρώτη η μις Μαρπλ τη διάβαζε το πρωί πίνοντας το πρώτο τσάι, αν, δηλαδή, είχε παραδοθεί έγκαιρα. Ο μικρός που μοίραζε τις εφημερίδες ήταν αξιοσημείωτα ασταθής στη διαχείριση του χρόνου. Συχνά, επίσης, είτε ερχόταν καινούργιος μικρός, είτε κάποιος που λειτουργούσε ως προσωρινός αντικαταστάτης του πρώτου. Και ο καθένας είχε δικές του ιδέες ως προς τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει κατά την παράδοση. Ίσως έσπαγε έτσι τη μονοτονία του. Όσοι πελάτες, βέβαια, ήταν συνηθισμένοι να διαβάζουν την εφημερίδα τους νωρίς, ώστε να τσιμπήσουν τα πιο ζουμερά κομμάτια των ειδήσεων της ημέρας πριν βιαστούν για το λεωφορείο, το τρένο ή οποιοδήποτε άλλο μέσο με το οποίο έφταναν στη δουλειά τους, ενοχλούνταν όταν η εφημερίδα αργούσε.
Αντίθετα, οι μεσήλικες και οι ηλικιωμένες κυρίες που ζούσαν ειρηνικά στο Σεντ Μέρι Μιντ συχνά προτιμούσαν να διαβάζουν την εφημερίδα τους στηριγμένη στο τραπέζι του πρωινού. Σήμερα η μις Μαρπλ είχε ρουφήξει το εξώφυλλο και μερικά ακόμη κομμάτια της καθημερινής εφημερίδας, την οποία αποκαλούσε ειρωνικά «ανάμεικτη σαλάτα», εξαιτίας του γεγονότος ότι η εφημερίδα της, η Daily Newsgiver, περιείχε πλέον λόγω αλλαγής ιδιοκτήτη, και προς μεγάλη ενόχληση τόσο της ίδιας όσο και άλλων φίλων της, άρθρα γύρω από το ανδρικό κοστούμι, τα γυναικεία φορέματα, τα ερωτικά προβλήματα κυριών, τους παιδικούς διαγωνισμούς και τα γράμματα διαμαρτυρίας από αναγνώστριες, και είχε καταφέρει με επιτυχία να απομακρύνει κάθε πραγματική είδηση από οποιοδήποτε σημείο της εφημερίδας εκτός από το πρωτοσέλιδο ή κάποια σκοτεινή γωνιά την οποία ήταν αδύνατο να εντοπίσει κανείς.