Μέχρι προχθές που έλαβα την είδηση, ένα άδειο καύκαλο ήταν το κεφάλι μου, έρημος τόπος η καρδιά μου. Χρόνια έμαθα έτσι να ζω, εξόριστη από την ίδια μου την ψυχή. Για να μην πέσω εύκολα. Για να μη με φάει το σαράκι της απελπισίας. Για να αντέξω όλα τα ίσως του κόσμου. Αιτήσεις, γράμματα και παρακλήσεις^ ικεσίες και δάκρυα^ χιλιάδες πόρτες^ χιλιάδες εκφωνήσεις στα ραδιόφωνα^ χιλιάδες τα δελτία αγνοουμένων^ ατέλειωτα τα παρηγορητικά χτυπήματα και οι εγκάρδιοι μορφασμοί των άλλων. Τι να έκαναν κι αυτοί; Τι να μου έλεγαν; Σάμπως μπορούσαν; Πρόσωπα χωρίς φωνή ήταν, χείλη δίχως μιλιά. Χρόνια ολόκληρα αρμένιζε η ψυχή μου σ’ αυτή την καραντίνα της απέραντης απουσίας. Χρόνια της μοναξιάς και της οδύνης. Σκόρπια φύλλα οι απαντοχές μου, μαζεμένα ξανά και ξανά απ’ τον άνεμο της απελπισίας. Σκόρπια φύλλα και οι μάταιες κουβέντες τους απ’ τον άνεμο της ανημπόριας: «Υπομονή…» «Κουράγιο…» «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία…» Ήταν όμως αλήθεια. Δεν πέθανα, κρατήθηκα απ’ την ελπίδα.
Τόσα χρόνια ζούσα μόνο για τούτη τη στιγμή. Την ιερή στιγμή που τα βουρκωμένα μάτια μου πρωτοείδαν το βαπόρι να μπαίνει στο λιμάνι και να τη φέρνει ξανά στην αγκαλιά μου. Ένας Θεός ξέρει πώς κρατήθηκα και δε βούτηξα στη θάλασσα απ’ τη λαχτάρα μου να βρεθώ μια ώρα γρηγορότερα κοντά της. Κοντά στον μόνο άνθρωπο που μου απόμεινε, που με κράτησε δεμένη στον ντόκο της ζωής^ τη μονάκριβη κόρη μου. Κοριτσάκι τόσο δα ήταν όταν μας χώρισαν. Γάλα στο στόμα της ακόμη. Ένα μπουμπούκι το κορμάκι της που δεν αξιώθηκα να το δω να ανθίζει. Δεν το χάρηκα, δεν το χόρτασα. Μόνο τ’ αγκάθια^ τα αγκάθια μόνο χόρτασα.