Ο μοναχός Νεοφώτιστος κοίταξε από τη μικρή βεράντα της μονής την απεραντοσύνη του πελάγους. Ήταν αργά το απόγευμα και οι τελευταίοι προσκυνητές μόλις είχαν φύγει. Ήταν πια ελεύθερος να κυκλοφορήσει και πάλι στους ιερούς χώρους, στη βεράντα που τόσο αγαπούσε και είχε την ωραιότερη θέα σε όλο το νησί. Πόσο το αγαπούσε αυτό το νησί. Πλησίαζε τα τριάντα οκτώ και ήταν ένας πολύ γοητευτικός άνδρας. Κάτω από τα φαρδιά μαύρα ρούχα του μοναχού, το κορμί του παρέμενε πάντα αθλητικό και ακμαίο, έτσι όπως τότε, που κολυμπούσε και γυμναζόταν σχεδόν καθημερινά. Και μπορεί εκείνο να παρέμενε ζωντανό, όμως η καρδιά του είχε μαραθεί. Μπορούσες να ξεχωρίσεις στα θλιμμένα μάτια του ότι αυτός ο άνθρωπος είχε πεθάνει από καιρό. Τέσσερα χρόνια τώρα, εδώ, σ’ αυτό το μοναστήρι, είχε βρει τη γαλήνη. Του άρεσε να ξυπνά νωρίτερα από όλους και να ετοιμάζεται για τον όρθρο. Του άρεσε να περιποιείται τους χώρους του μοναστηριού, να κάνει τις βαριές δουλειές, να ανεβοκατεβαίνει χωρίς αγκομαχητά τα σκαλοπάτια, να μαγειρεύει για όλους, να πλένει τα πιάτα, να ταΐζει τις γάτες που περιτριγύριζαν το μοναστήρι και τις φρόντιζε με αγάπη.
Ήταν πάντα ήρεμος και υπάκουος. Ο ηγούμενος της μονής τον είχε πάρει υπό την προστασία του από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι δα εύκολο πράγμα να αποφασίζεις να μονάσεις στα τριάντα τρία σου χρόνια, πάνω στην ακμή σου, και αφού έχεις ζήσει μια άκρως κοσμική ζωή. Είχε μάθει για το προσωπικό του δράμα, για την απόφασή του να μονάσει εκεί στο μοναστήρι της Αμοργού. Τον πρώτο καιρό προσπάθησε να τον πείσει ότι είχε διαλέξει λάθος δρόμο. Ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Κι εκείνος είχε απαντήσει ότι αυτός ήταν ο δρόμος του. Τέσσερα χρόνια ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτε. Ούτε για τους βαρείς μοναχικούς χειμώνες ούτε για το λιτό φαγητό, την παγωνιά, τη σκληρή ζωή του μοναστηριού. Θα ’λεγε κανείς ότι αυτός ήταν ο προορισμός του από τη στιγμή που γεννήθηκε. Κρίμα. Ήταν ωραίος άνδρας και ακόμη πιο ωραίος άνθρωπος.