Ο κύριος Λίβινγκστον έβρισκε απαράδεκτο το ότι η Ρομπέρ-τα Τουίστ είχε βαφτίσει τον μοναχογιό της στον πρεσβυτε-ριανό ναό του Αγίου Ανδρέα και τον είχε βγάλει Όλιβερ. Κι όχι επειδή είχε τίποτα κατά των πρεσβυτεριανών ενοριτών ή κατά του φρικαλέου τρούλου του Αγίου Ανδρέα, αλλά επειδή ήταν πεπεισμένος ότι χρειαζόταν πολύ θράσος για να εγκαταλείπει στην πόρτα του βιβλιοπωλείου του, Δευ-τέρα με Παρασκευή, ένα αγοράκι ονόματι Όλιβερ Τουίστ. Ο Έντουαρντ Λίβινγκστον είχε χάσει το μέτρημα, δεν ήξερε πια πόσα χρόνια ήταν βιβλιοπώλης. Δεν επρόκειτο για επαγγελματικό πάθος, ήταν θέμα επιβίωσης: ο κύριος Λίβινγκστον καταλάβαινε καλύτερα τα βιβλία από τους ανθρώπους. Αν και αυτή η τελευταία παρατήρηση δεν ήταν απολύτως σωστή –υπάρχουν εξαιρέσεις ακόμα και για τον πιο επιτήδειο βιβλιοπώλη–, γιατί η ζωή σ’ ένα βιβλιοπωλείο είχε πολλά βιβλία και λίγους πελάτες.
Στο βιβλιοπωλείο του μοστράριζε καμαρωτή η μπλε τα-μπέλα με τα λευκά γράμματα που έγραφε: «ΜOONLIGHT BOOKS». Στεγαζόταν σε ένα παλιό διώροφο κτίριο σε ένα δρομάκι της συνοικίας Τεμπλ. Στο ίδιο σημείο, σε όχι και τόσο αξιοζήλευτη θέση, υπήρχε ένα κατάστημα ανδρικών υποδημάτων, που είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες γύρω στη δεκαετία του είκοσι του προηγούμενου αιώνα, και ένας ράφτης τόσο γηραιός –έμοιαζε υπερβολικά με τον κύριο Μαγκού–, που οι περισσότεροι πελάτες του δεν επρόκειτο να χρειαστούν τις υπηρεσίες του ποτέ ξανά. Τον κύριο Λίβινγκστον δεν τον απασχολούσε που το βι-βλιοπωλείο του ήταν λίγο κρυμμένο, αφού ήταν φανατι-κός υποστηρικτής της άποψης ότι η ζωή χωρίς λίγο μυ-στήριο δεν έχει ενδιαφέρον.
Από τον δρόμο φαινόταν η πρόσοψη του Moonlight Books όλη από βαμμένο μπλε ξύλο και με περιποιημένες προθήκες. Πίσω από τις βιτρίνες, μία χορογραφία από μυθιστορήματα κατάφερνε να τραβάει το βλέμμα των πε-ραστικών με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Δεν ήταν ο κύριος Λίβινγκστον αυτός που ασχολούνταν με τις βι-τρίνες του μαγαζιού του, αλλά δήλωνε την έγκρισή του, με έναν κοφτό βρυχηθμό, κάθε φορά που επρόκειτο κά-ποιο βιβλίο να τοποθετηθεί στα ράφια. Η πόρτα του βι-βλιοπωλείου, και αυτή από μπλε ξύλο, είχε ένα παράξενο πόμολο σε σχήμα φτερού, που οι επισκέπτες έσπρωχναν για να μπουν, ενώ ταυτόχρονα τους καλωσόριζε ο ιδιαί-τερος ήχος από κάτι κρεμαστά κουδουνάκια.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!