«Εγώ να ζητήσω συγγνώμη;» του φώναξε, τσακίζοντας το τσιγάρο στο τασάκι. «Για ποιο πράγμα να ζητήσω συγγνώμη; Που δεν ήθελα να γίνει αστυνομικός; Ήταν καριέρα αυτή για την κόρη της Σάντυ Δενδρινού; Να κυκλοφορεί με μηχανή, κουρεμένη σαν νεοσύλλεκτος, κυνηγώντας κλέφτες, πρεζόνια και δολοφόνους; Θα μπορούσε να έχει τον κόσμο στα πόδια της, να παντρευτεί τον καλύτερο!»
«Τον πιο πλούσιο εννοείς…» τη διόρθωσε εκείνος διακινδυνεύοντας την κορύφωση της οργής της, κάτι που έγινε, και το τασάκι προσγειώθηκε στον απέναντι τοίχο.
«Σωκράτη!» του φώναξε. «Μην με εξοργίζεις περισσότερο! Είναι έγκλημα για μια μητέρα να θέλει το καλύτερο για την κόρη της; Πήγε και ερωτεύτηκε έναν ασήμαντο με βεβαρημένο παρελθόν!»
«Τι λες πια;» αντέδρασε εκείνος. «Ποιο βεβαρημένο παρελθόν; Μουσικός ήταν ο άνθρωπος, καθηγητής!»
«Τον κουτό μού παριστάνεις τώρα; Με έναν αδερφό προβληματικό!»
«Αυτιστικό ήταν το παιδί, Σάντυ. Λογικέψου πια! Και δεν μπορείς να παριστάνεις τον Θεό στη ζωή των άλλων! Ούτε της κόρης σου. Τον Οδυσσέα αγάπησε, αυτόν παντρεύτηκε!»
«Και είδαμε την κατάντια της», ήρθε η κοφτή παρατήρηση.
Ο Σωκράτης αναστέναξε βαθιά. Οι ώμοι του ξαφνικά κύρτωσαν, το κεφάλι του χαμήλωσε, κουρασμένο κι αυτό.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!