Οι υπηρέτες αποκαλούσαν τα δύο ορφανά μαλέντσκι, φαντασματάκια, επειδή ήταν τα πιο κοντά και τα πιο μικρά, και επειδή στοίχειωναν το σπίτι του Δούκα σαν γελαστά στοιχειά. Έμπαιναν και έβγαιναν αστραπιαία στα δωμάτια, κρύβονταν στις ντουλάπες για να κρυφακούνε και τρύπωναν στην κουζίνα για να κλέψουν τα τελευταία καλοκαιρινά ροδάκινα. Το αγόρι και το κορίτσι είχαν φτάσει με διαφορά λίγων εβδομάδων το ένα από το άλλο, δύο ακόμη ορφανά των συνοριακών πολέμων. Ήταν προσφυγάκια με βρόμικα πρόσωπα, ξεριζωμένα από τα συντρίμμια μακρινών πόλεων και φερμένα στο υποστατικό του Δούκα για να μάθουν γραφή, ανάγνωση και μια τέχνη. Το αγόρι ήταν κοντό και παχουλό, ντροπαλό αλλά πάντα χαμογελαστό.
Το κορίτσι ήταν διαφορετικό και το γνώριζε. Στριμωγμένη μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας, κρυφακούγοντας τα κουτσομπολιά των μεγάλων, άκουσε την οικονόμο του Δούκα, την Άνα Κούια, να λέει: «Είναι ασχημομούρα. Κανένα παιδί δε θα έπρεπε να είναι έτσι. Χλωμή και ξινή, σαν χαλασμένο γάλα». «Και τόσο κοκαλιάρα!» απάντησε ο μάγειρας. «Ποτέ δεν τρώει όλο το βραδινό της». Καθισμένο κουκουβιστά πίσω της, το αγόρι στράφηκε προς το μέρος της και ψιθύρισε: «Γιατί δεν τρως;» «Επειδή αυτά που μαγειρεύει έχουν γεύση σαν λάσπη». «Εμένα μια χαρά μού φαίνονται». «Εσύ θα έτρωγες τα πάντα».
Κόλλησαν ξανά τα αυτιά τους στη χαραμάδα της πόρτας του ντουλαπιού. Μια στιγμή αργότερα, το αγόρι ψιθύρισε: «Δε νομίζω πως είσαι άσχημη». «Σσσσς!» έκανε εκείνη. Κρυμμένη όμως στις σκοτεινές σκιές του ντουλαπιού, χαμογέλασε.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!