Η πρώτη τέτοια καρτ ποστάλ είχε καταφθάσει τέλη Δεκέμβρη και από τότε ακολούθησαν κι άλλες, με αυξανόμενη συχνότητα. Η Έλι Τόμας άρχισε να τις περιμένει με λαχτάρα και αδημονία. Αν περνούσε μια βδομάδα ή και παραπάνω χωρίς να λάβει κάρτα, περνούσε ξανά από κόσκινο την αλληλογραφία της, μήπως και είχε έρθει αλλά παράπεσε. Η γραμματοθυρίδα της –μία από τις δώδεκα στην κοινόχρηστη είσοδο της πολυκατοικίας– περιείχε κυρίως λογαριασμούς, ή υπενθυμίσεις για ανεξόφλητους λογαριασμούς, κι ένα σωρό διαφημιστικά για μαζική εστίαση. Μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας που έφτανε στη θυρίδα της απευθυνόταν σε προηγούμενους ενοίκους που είχαν μετακομίσει προ πολλού, κι έτσι η Έλι υπέθεσε ότι ο ή η «Σ. Ίμποτσον», το άτομο στο οποίο απευθύνονταν οι καρτ ποστάλ, ήταν ένας ή μία από αυτούς.
Με εξαίρεση τις πολύχρωμες καρτ ποστάλ με εικόνες πάντα από την Ελλάδα, όλα τα υπόλοιπα αδέσποτα γράμματα η Έλι τα έριχνε στο ταχυδρομικό κουτί στη γωνία του οικοδομικού τετραγώνου, αφού πρώτα ορνιθοσκάλιζε πάνω τους τις λέξεις «Να επιστραφεί στον αποστολέα» – αν και το ταχυδρομείο σίγουρα τα προωθούσε στον σκουπιδοτενεκέ. Οι καρτ ποστάλ δε γινόταν να επιστραφούν στον αποστολέα. Ο αποστολέας ήταν άγνωστος. Και η υπογραφή κάτω από τα σύντομα κείμενα ήταν ένα σκέτο «Α». «Α» όπως «Ανώνυμος». Και όποιος ή όποια κι αν ήταν ο ή η Σ. Ίμποτσον, τίποτα άλλο δεν είχε φτάσει με το ταχυδρομείο σε αυτό το όνομα παραλήπτη μέσα στα τρία χρόνια που έμενε η Έλι σ’ εκείνο το καταθλιπτικό διαμέρισμα στο Κένσαλ Ράιζ.
Άρχισε, λοιπόν, να τις καρφιτσώνει σε έναν μεγάλο πίνακα από φελλό, που, πέρα από τον ΑΜΚΑ της καρφιτσωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί σε μια γωνιά και κάποια λίστα για ψώνια πότε πότε, παρέμενε άδειος. Όσο περνούσαν οι εβδομάδες, οι κάρτες συνέθεταν ένα ζωηρόχρωμο μωσαϊκό με κυρίαρχα χρώματα το μπλε και το λευκό – ουρανός, θάλασσα, βάρκες και ασβεστωμένα σπίτια με μπλε παντζούρια. Ως και η σημαία που διακρινόταν σε κάποιες από αυτές ήταν στα ίδια πούρα χρώματα.