Η 26η Οκτωβρίου του 1949 δεν ήταν μέρα με σπουδαίες ειδήσεις. Ο δάσκαλος Κλεμέντε Μανουέλ Σαμπάλα, διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας που δημοσίευσε τα πρώτα μου ρεπορτάζ, έβαλε τέλος στην πρωινή συνάντηση με δυο τρεις υποδείξεις ρουτίνας. Δεν ανέθεσε καμιά συγκεκριμένη δουλειά σε κανέναν συντάκτη. Λίγα λεπτά μετά έμαθε από τηλεφώνου πως εκκένωναν τις νεκρικές κρύπτες της παμπάλαιας μονής της Σάντα Κλάρα και με πρόσταξε χωρίς να ελπίζει σε πολλά: «Τράβα μια βόλτα από κει να δεις μήπως σου ’ρθει καμιά ιδέα». Το ιστορικό μοναστήρι των Κλαρισσών, που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο έναν αιώνα πριν, επρόκειτο να πουληθεί και να ανεγερθεί στη θέση του ένα πεντάστερο ξενοδοχείο. Ο υπέροχος μονόκλιτος ναός του βρισκόταν σχεδόν στο έλεος των στοιχείων της φύσης, λόγω της σταδιακής κατάρρευσης της στέγης, αλλά στις κρύπτες του παρέμεναν θαμμένες τρεις γενιές επισκόπων και ηγουμένων, καθώς και άλλων επιφανών προσώπων.
Το πρώτο βήμα ήταν το άδειασμά τους, η παράδοση των λειψάνων σε όποιον τα διεκδικούσε και η ρίψη των υπολοίπων στον κοινό τάφο. Με εξέπληξε ο πρωτογονισμός της μεθόδου. Οι εργάτες ξεκαπάκωναν τα μνήματα με ξινάρια και τσάπες, έβγαζαν τα σαπισμένα φέρετρα, που διαλύονταν με τη μετακίνηση και μόνο, και διαχώριζαν τα οστά από την άμορφη μάζα της σκόνης, των κουρελιών και των μαραμένων μαλλιών. Όσο πιο επιφανής ο νεκρός, τόσο πιο επίπονη η δουλειά, γιατί έπρεπε να σκαλίζουν στα θραύσματα των σορών και να ψιλοκοσκινίζουν τα υπολείμματά τους για να περισώσουν τα κοσμήματα από πολύτιμους λίθους και μέταλλα. Ο επιστάτης αντέγραφε τα στοιχεία της ταφόπετρας σε ένα σχολικό τετράδιο, τακτοποιούσε τα οστά σε ξεχωριστούς σωρούς και έβαζε το χαρτί με το όνομα πάνω στον καθένα για να μη γίνει λάθος.