Δεν είχε πια τόση όρεξη για παιχνίδια αλλά έκανε ακόμη μακροβούτια στο νερό, ξέροντας ότι είναι τα τελευταία του, αφού η θάλασσα άρχισε να δροσίζει πολύ και σύντομα θα γινόταν σκούρα, φορώντας το χειμωνιάτικο πέπλο της. Έτσι θα την εγκατέλειπε, επιλέγοντας να τη βλέπει από μακριά κι όχι να τσαλαβουτάει στους αφρούς της. Προτιμούσε τις βόλτες στις κορυφογραμμές, εκεί όπου του άρεσε να κυνηγιέται με τα σύννεφα και να τα διαλύει, όταν δεν τον κύκλωναν πολλά μαζί για να του επιτεθούν και να τον τρέψουν σε άτακτη φυγή. Η Βίβιαν χάζευε τον κουρασμένο από τα έντονα καλοκαιρινά δρομολόγια ήλιο αλλά κι εκείνο τον γέρικο σκύλο που μαζευόταν στην αυλή της και ξάπλωνε ως αργά το απόγευμα δίπλα στη βρύση, βλαστημώντας τα γηρατειά του που του απαγόρευαν πια να τρέχει ανέμελος στους δρόμους, όπως έκανε όλα τα χρόνια. Είχε μάθει να λιάζεται τεμπέλικα όλο το καλοκαίρι, αλλά κάμποσες μέρες τώρα ο ήλιος έφευγε γρήγορα κι έτσι ο μαύρος, ο Μούργος, μην αντέχοντας την ψύχρα που κατέβαινε από το βουνό, πήγαινε και κούρνιαζε στην πίσω μεριά, κάτω από τη μουριά, αφού τα πεσμένα φύλλα της σχημάτιζαν ένα μαλακό στρώμα που πολύ τον ευχαριστούσε.
«Γεράσαμε, Μούργο… Πόσο γρήγορα έφυγαν τα χρόνια…» του είπε η Βίβιαν, νιώθοντας κι εκείνη το βάρος στα πόδια αλλά και στην ψυχή. Είχαν πια φύγει παιδιά και εγγόνια, πρόλαβε να τα χαρεί λίγες μέρες εκεί στα Καλάβρυτα πριν χαθούν στην καθημερινότητα και τις υποχρεώσεις τους. Παρότι ένιωθε ότι ο χειμώνας που ερχόταν θα ήταν βαρύς, είχε αποφασίσει να μείνει εκεί, στο όμορφο κάστρο του Χελμού, ξέροντας πια ότι πάλι θα παλέψει με τη μοναξιά της μετά το μεγάλο ταξίδι του λατρεμένου της άντρα, του Γιώργου, που την άφησε έρημη και πικραμένη. Δυο βήματα ήταν το κοιμητήριο κι ήθελε να είναι κοντά του, να του ανάβει το καντήλι, να του λέει δυο κουβέντες και μετά να αρχίσει να τακτοποιεί τα χαρτιά του. Ήταν γι’ αυτήν ο θησαυρός της, ολάκερη η ζωή της, έμενε αναμμένο κερί πια στη μνήμη του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!