«Μάσιμο, ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
Γύρισα το κεφάλι μου προς το παράθυρο κοιτάζοντας τον καθαρό δίχως σύννεφα ουρανό και μετά έστρεψα το βλέμμα μου στον συνομιλητή μου. «Θα εξαγοράσω αυτή την εταιρεία είτε αυτό αρέσει στην οικογένεια Μανέντε είτε όχι». Σηκώθηκα, ο Μάριο και ο Ντομένικο σηκώθηκαν κι αυτοί νωθρά από τις καρέκλες τους και στάθηκαν πίσω μου. Ήταν συμπαθητική η συνάντηση αλλά σίγουρα πολύ μεγάλη σε διάρκεια. Έσφιξα τα χέρια των ανδρών που βρίσκονταν στο δωμάτιο και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. «Κατάλαβέ το, αυτό θα είναι καλό για όλους». Σήκωσα τον δείκτη μου. «Θα με ευχαριστείς γι’ αυτό». Έβγαλα το σακάκι μου και ξεκούμπωσα ακόμη ένα κουμπί στο μαύρο μου πουκάμισο. Καθόμουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου απολαμβάνοντας την ησυχία και τη δροσιά του κλιματισμού. «Στο σπίτι», μούγκρισα μέσα απ’ τα δόντια μου και άρχισα να κοιτάζω τα μηνύματα στο κινητό. Τα περισσότερα αφορούσαν τις επιχειρήσεις, αλλά ανάμεσά τους βρήκα ένα μήνυμα από την Άννα: Είμαι υγρή, χρειάζομαι τιμωρία. Το πέος μου κουνήθηκε μέσα στο παντελόνι και εγώ με έναν αναστεναγμό το επανάφερα και το πίεσα σφιχτά. Ω ναι, η κοπέλα μου διαισθανόταν σωστά τη διάθεσή μου. Ήξερε πως αυτή η συνάντηση δε θα ήταν εύκολη και θα με τάραζε. Ήξερε επίσης τι με χαλαρώνει.
«Να είσαι έτοιμη στις οχτώ», της απάντησα σύντομα και κάθισα αναπαυτικά, κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου τον κόσμο να περνά και να χάνεται. Έκλεισα τα μάτια. Και πάλι εκείνη. Στο δευτερόλεπτο έγινα σκληρός σαν ατσάλι. Θεέ μου, θα τρελαθώ αν δεν τη βρω. Από το ατύχημα πέρασαν ήδη πέντε χρόνια, πέντε ολόκληρα χρόνια από το συμβάν που ο γιατρός αποκάλεσε ως το θαύμα του θανάτου και της ανάστασης, κατά τη διάρκεια του οποίου ονειρεύτηκα μια γυναίκα που δεν είχα ξαναδεί στην πραγματική ζωή. Τη γνώρισα στα οράματά μου όταν ήμουν σε κώμα. Το άρωμα των μαλλιών της, η απαλότητα του δέρματος – σχεδόν αισθανόμουν πως την αγγίζω. Κάθε φορά που έκανα έρωτα με την Άννα ή οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, έκανα έρωτα μ’ εκείνη. Την ονόμαζα Κυρία. Ήταν η κατάρα μου, η τρέλα μου και προφανώς και η σωτηρία μου.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Πήρα στο χέρι το σακάκι μου και κατέβηκα. Στην πίστα του αεροδρομίου με περίμεναν ήδη ο Ντομένικο, ο Μάριο και οι άντρες που είχα πάρει μαζί μου.