Η Ρενισέμπ στάθηκε και κοίταξε από ψηλά τον Νείλο. Έφταναν από μακριά στ’ αυτιά της αμυδρά οι φωνές των αδελφών της, του Γιαχμούζ και του Σομπέκ, που μάλωναν για το αν τα αναχώματα σε κάποια σημεία χρειάζονταν ενίσχυση ή όχι. Η φωνή του Σομπέκ ήταν δυνατή και γεμάτη αυτοπεποίθηση, όπως πάντοτε. Συνήθιζε να επιβάλλει τις απόψεις του με ήρεμη σιγουριά. Η φωνή του Γιαχμούζ ήταν χαμηλή μ’ έναν τόνο γκρινιάρικο και πρόδιδε αμφιβολία και άγχος. Ο Γιαχμούζ βρισκόταν μονίμως σε κατάσταση άγχους για τον έναν ή τον άλλον λόγο. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος και, όσο έλειπε ο πατέρας του στον Βορρά, η διαχείριση των αγρών ήταν λίγο πολύ δική του δουλειά. Ο Γιαχμούζ ήταν αργός, προσεκτικός και επιρρεπής στο να ψάχνει για δυσκολίες εκεί που δεν υπήρχαν. Ήταν ένας μεγαλοκαμωμένος άντρας, αργοκίνητος και δεν είχε καθόλου την αυτοπεποίθηση και τη ζωηράδα του Σομπέκ.
Από πολύ μικρό παιδί η Ρενισέμπ θυμόταν ότι άκουγε αυτούς τους δυο μεγαλύτερους αδελφούς της να λογοφέρουν στους ίδιους ακριβώς τόνους. Ξαφνικά, αυτό την έκανε να νιώσει ένα αίσθημα ασφάλειας… Κι όμως, καθώς κοιτούσε γι’ άλλη μια φορά προς το κιτρινωπό, αστραφτερό ποτάμι, ένιωσε να φουντώνει ξανά μέσα της η αγανάκτηση και ο πόνος. Ο Κάι, ο νεαρός άντρας της, ήταν νεκρός… Ο Κάι με το γελαστό πρόσωπο και τους δυνατούς ώμους. Ο Κάι βρισκόταν με τον Όσιρι στο βασίλειο των νεκρών και η ίδια, η πολυαγαπημένη του γυναίκα, είχε μείνει απαρηγόρητη. Έζησαν μαζί οχτώ χρόνια… Πήγε κοντά του κοριτσάκι σχεδόν… και τώρα επέστρεφε χήρα, με το παιδί του, την Τέτι, στο σπίτι του πατέρα της.