«Πολύ καλά, λοιπόν», είπε εντέλει με έναν αναστεναγμό. «Ας κάνουμε την προσπάθεια. Για πότε λες;»
Ο Μπομπ ανασήκωσε τους ώμους. «Όσο το δυνατόν συντομότερα. Πρέπει να βρούμε μια εύλογη δικαιολογία για να σε φέρουμε στον διάδρομο απογείωσης… Πώς θα σου φαινόταν να επιθεωρούσες τα καινούργια οδικά έργα στο Αλ Χαζάρ; Μια απόφαση που πήρες έτσι, ξαφνικά. Ξεκινάς σήμερα το απόγευμα, κι όπως το αυτοκίνητό σου θα περνάει δίπλα από το αεροδρόμιο, σταματάς. Εγώ θα έχω το αεροπλάνο έτοιμο για απογείωση. Θα πούμε πως θέλεις να επιθεωρήσεις τα έργα από ψηλά, κατάλαβες; Απογειωνόμαστε και γινόμαστε καπνός! Εννοείται πως δεν μπορούμε να πάρουμε αποσκευές μαζί μας. Τα πάντα πρέπει να γίνουν χωρίς καμία προετοιμασία.»
«Δεν υπάρχει κάτι που θέλω να πάρω μαζί μου. Εκτός από ένα πράγμα…»
Χαμογέλασε κι η έκφρασή του άλλαξε και τον έκανε εντελώς διαφορετικό άνθρωπο. Δεν ήταν πια ο μοντέρνος, ευσυνείδητος νεαρός άντρας, που είχε μεγαλώσει σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα – εκείνο το χαμόγελο φανέρωνε όλη τη φυλετική πανουργία και την καπατσοσύνη, που είχαν βοηθήσει τόσες γενιές προγόνων του να επιβιώσουν.
«Είσαι φίλος μου, Μπομπ, και θα σου το αποδείξω». Το χέρι του χώθηκε μέσα από το πουκάμισό του, κι όταν εμφανίστηκε ξανά, κρατούσε ένα μικρό πουγκί από μαλακό δέρμα αγριοκάτσικου, το οποίο έτεινε προς το μέρος του.
«Αυτό;» απόρησε ο Μπομπ, σμίγοντας τα φρύδια.
Ο Αλί το πήρε ξανά στα χέρια του, το άνοιξε κι αράδιασε το περιεχόμενό του πάνω στο τραπέζι. Ο Μπομπ κράτησε για μια στιγμή την ανάσα του κι αμέσως ύστερα σφύριξε σιγανά.