Η ταυτότητά μου λέει ότι γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, αλλά μη δίνετε ποτέ μεγάλη πίστη στις ταυτότητες. Είμαι Αθηναίος. Απ’ τους πέντε χιλιάδες κατοίκους που αριθμούσε η Αθήνα το 1827, ένας ήταν ο πατέρας του εκ μητρός προπάππου μου, μ’ άλλα λόγια ο παππούς της γιαγιάς μου. Ο άνθρωπος αυτός είχε λαχανόκηπους –τους είχαν ακόμα τον καιρό που ήμουν μικρός κάτι ξαδέρφια της– στον Άγιο Γιάννη το Ρέντη, έξι μόλις χιλιόμετρα απ’ την Ακρόπολη.
«Μια μέρα», μου ’πε κάποτε η γιαγιά μου μιλώντας μου γι’ αυτούς τους λαχανόκηπους, «ήρθε στο σπίτι ο παππούς μου, θεός σχωρέσ’ τον, και μας έφερ’ ένα λάχανο. Ήταν ένα πελώριο λάχανο. Τ’ ακούμπησε στο τραπέζι της κουζίνας, μου τράβηξε πειραχτικά τις κοτσίδες, κι έφυγε. Εκείνη την ημέρα μ’ έβαλ’ η μάνα μου να καθαρίσω κάτι πατάτες. Κι εκεί που καθάριζα τις πατάτες, βλέπω το κεφάλι ενός φιδιού να βγαίνει απ’ το λάχανο. Πάγωσα. Ύστερα έμπηξα τις φωνές. Μάνα! Μάνα! Ένα φίδι!… Δε δαγκώνουνε όλα τα φίδια, μερικά μάλιστα είναι καλά, φέρνουν τύχη, τον παλιό καιρό όλα τα σπίτια είχανε το φίδι τους, και δεν έκανε να το σκοτώσεις, ο άντρας μιας φίλης μου σκότωσε, θυμάμαι, το φίδι που ’χανε στο σπίτι τους, κι από τότε δεν είδανε χαΐρι και προκοπή, μα εγώ ήμουνα μικρή ακόμα τότε, και δεν τα ’ξερα όλ’ αυτά…»
Ο προπάππος μου απαρνήθηκε τα λάχανα του πατέρα του, κι άνοιξε καφενείο στη διασταύρωση των οδών Πειραιώς και Κολοκυνθούς, απέναντι απ’ το Βρεφοκομείο. Η γυναίκα του ήταν απ’ την Άντρο, αλλ’ όλα τους τα παιδιά –το πρωτότοκο ήταν η γιαγιά μου– γεννήθηκαν στην Αθήνα, που στο μεταξύ είχε μεγαλώσει, είχε πολλά μεγαλοπρεπή νεοκλασικά κτίρια, κι ογδόντα χιλιάδες κατοίκους. Τα παιδιά αυτά, όταν ήθελαν να παίξουν λίγο μακρύτερ’ απ’ το σπίτι τους, που ήταν κι αυτό σε μια πάροδο της οδού Κολοκυνθούς, πήγαιναν στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού. «Εγώ ήμουνα η πιο μεγάλη, και ντάντεψα όλα μου τ’ αδέρφια. Κάθε φορά, λοιπόν, που εξαφανιζόντουσαν τ’ αγόρια, μ’ έστελν’ η μάνα μου η συχωρεμένη να δω μήπως παίζουν στον Κεραμεικό. Να σου πω την αλήθεια, ακόμα τότε δεν ήξερα πως ήτανε παλιό νεκροταφείο, μα και να ’ξερα, δε θα φοβόμουνα. Τι μπορούν να σου κάνουν οι πεθαμένοι; Ο θεός να σε φυλάει απ’ τους ζωντανούς…»