Η κυρία Βαν Ράιντοκ απομακρύνθηκε λίγο από τον καθρέφτη και αναστέναξε. «Τέλος πάντων, ας είναι», μουρμούρισε. «Πώς σου φαίνεται, Τζέιν;» Η μις Μαρπλ κοίταξε με εκτίμηση τη δημιουργία του Λανβανέλι. «Το φόρεμα μου φαίνεται πανέμορφο», είπε. «Το φόρεμα είναι μια χαρά», είπε η κυρία Βαν Ράιντοκ και αναστέναξε. «Έλα να μου το βγάλεις, Στέφανι», πρόσθεσε. Σήκωσε τα χέρια και η ηλικιωμένη, γκριζομάλλα υπηρέτρια με τα λεπτά, σουφρωμένα χείλη τράβηξε το φόρεμα απαλά και προσεκτικά. Η κυρία Βαν Ράιντοκ έστεκε μπροστά στον καθρέφτη με τα ροδακινί σατέν εσώρουχά της. Φορούσε έναν υπέροχο κορσέ. Τα καλλίγραμμα ακόμα πόδια της αγκάλιαζε ένα λεπτό νάιλον καλσόν. Το πρόσωπό της, κάτω από ένα στρώμα καλλυντικών και διαρκώς τονισμένο από το μασάζ, έμοιαζε σχεδόν κοριτσίστικο από απόσταση. Τα χρώμα των μαλλιών της δεν ήταν τόσο γκρίζο, όσο γαλάζιο της ορτανσίας, και το χτένισμα τέλειο. Όταν κοιτούσε κανείς την κυρία Βαν Ράιντοκ ήταν σχεδόν αδύνατο να φανταστεί πώς θα ήταν αν αφηνόταν στη φυσική φθορά του χρόνου. Όλα όσα μπορούσε να κάνει για εκείνη το χρήμα τα είχε κάνει – με την ενίσχυση της διατροφής, του μασάζ και των διαρκών ασκήσεων.
Η Ρουθ βαν Ράιντοκ κοίταξε τη φίλη της καλοδιάθετα. «Τι λες, Τζέιν, θα μάντευε κανείς ότι εμείς οι δύο έχουμε σχεδόν την ίδια ηλικία;» Η μις Μαρπλ απάντησε με αφοσίωση. «Κανείς απολύτως», τη διαβεβαίωσε. «Εμένα, δυστυχώς, δε μου φαίνονται μόνο τα χρόνια αλλά και τα λεπτά!» Η μις Μαρπλ είχε λευκά μαλλιά, απαλό λευκορόδινο πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και αθώα γαλάζια μάτια. Έδειχνε μια γλυκύτατη ηλικιωμένη. Την κυρία Βαν Ράιντοκ δε θα την έλεγε κανείς γλυκύτατη ηλικιωμένη. «Μάλλον έτσι είναι, Τζέιν», είπε η κυρία Βαν Ράιντοκ. Ξαφνικά χαμογέλασε πλατιά. «Το ίδιο κι εμένα. Απλώς όχι με τον ίδιο τρόπο. “Τι ωραία που διατηρεί τη σιλουέτα της η παλιόγρια”. Έτσι λένε. Μα ξέρουν ότι είμαι παλιόγρια! Κι έτσι νιώθω, μάρτυς μου ο Θεός!» Έπεσε βαριά στο σατέν κάλυμμα της καρέκλας. «Ευχαριστώ, Στέφανι», είπε. «Μπορείς να πηγαίνεις». Η Στέφανι μάζεψε το φόρεμα και βγήκε.