«Κάτι άλλο;» ρώτησε χαμογελαστή η κοκκινομάλλα μπαρίστα. «Θα ήθελες ίσως κάτι να φας;»
Ο Κίερον κοίταξε εξεταστικά τα ράφια της προθήκης-ψυγείου. «Εμ… τι θα μου πρότεινες;»
«Το κέικ λεμονιού χωρίς γλουτένη είναι πολύ ωραίο». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν πουλάει αρκετά και θέλουν να το σπρώξουν, σκέφτηκε κυνικά ο Κίερον.
«Μόνο τον καφέ, παρακαλώ» της είπε. Έδωσε στην κοπέλα ένα πεντόλιρο και του κακοφάνηκε που πήρε τόσο λίγα ρέστα. Έπειτα πήγε στην άκρη του πάγκου όπου θα εμφανιζόταν μαγικά ο καφές με τ’ όνομά του – γραμμένο λάθος. Δε βαριέσαι, αρκεί να το πρόφεραν σωστά και τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν.
Κοίταξε τον χώρο γύρω του. Η καφετέρια ήταν καινούρια, σ’ έναν κάθετο δρόμο κοντά στο εμπορικό κέντρο όπου πήγαινε συνήθως. Σ’ αυτή την καφετέρια τον είχε φέρει η Μπεξ πριν από δύο εβδομάδες περίπου, αφού γύρισαν από την Αμερική. Σ’ αυτό τον δρόμο κρύβονταν πιο ασυνήθιστα μαγαζιά – αυτά που πουλούσαν μαύρα ή μοβ γυναικεία ρούχα με πολλή δαντέλα ή κεντήματα, ή αντρικά, που έδειχναν υπερβολικά στενά και μάλλον έπρεπε να ’χεις μούσι χίπστερ μόνο και μόνο για να τα δοκιμάσεις. Α, επίσης υπήρχε ένα μαγαζί με κόμικς κι ένα με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Εκεί δούλευε ένας γνωστός του Κίερον από το σχολείο κι όταν δεν έβλεπε ο προϊστάμενος, του έκανε την έκπτωση των υπαλλήλων.
«Κίερον;»
«Ναι;» είπε και κοίταξε πίσω του.
Ήταν η Μπεθ. «Έτοιμος ο καφές σου». «Ευχαριστώ». Είχε ακουμπήσει τα πράγματά του –την τσάντα με το λάπτοπ του και τα σχολικά βιβλία– σ’ ένα μικρό τραπέζι για δύο άτομα μόνο και μόνο για να κρατήσει τη θέση.
Κοίταξε τα βιβλία, νιώθοντας να τον διαπερνάει ένα κύμα απόγνωσης. Είχε ξεκινήσει τη νέα σχολική χρονιά ακριβώς μόλις επέστρεψε από την Αμερική, όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Μέσα σε τρεις μέρες είχαν αρχίσει τα γιουχαΐσματα: «emo!», «σκριμά!», «ξεφτίλα», καθώς και σχόλια του τύπου «Γιατί δεν πας να κουρευτείς κανονικά, ρε;». Μάλιστα, κάποιος είχε βάψει κρυφά το σχολικό ντουλάπι του κατάμαυρο, πράγμα το οποίο κανονικά θα του άρεσε, μόνο που η μπογιά είχε τρέξει κι είχε λερώσει τα κάτω ντουλάπια και το πάτωμα, οπότε του είχε πάρει μια ολόκληρη ώρα για να πείσει τον διευθυντή ότι δεν το είχε κάνει αυτός.