Μια μικρούλα λέξη, μια τρανή ελπίδα. «Θα δούμε…» Δυο ασαφείς λέξεις για απάντηση, δυο λέξεις που κόντυναν την ελπίδα. «Λες να έχουμε κάνα νέο;» Εκεί η ψυχή της Αριάδνης, να επιμένει. «Μπορεί, Μανώλη. Δεν μπορεί;» Να επιμένει με πάθος και δύναμη. Το δεντράκι της ελπίδας της για ακόμη μια φορά να προσπαθεί να απλώσει κλαράκια και φυλλωσιές. Άνθιζε η φύση, άνθιζαν μαζί της κι οι ψυχές των ανθρώπων. Το άκουγες στα λόγια που δεν ήταν πια ξέπνοα απ’ την πείνα, το έβλεπες στα μάτια που δεν ήταν πια σβησμένα απ’ το φόβο. Μόνο τις νύχτες έφταναν απρόσκλητες οι ζοφερές εικόνες στο μυαλό και στις καρδιές τους. Κορμάκια παιδικά με τα πλευρά τους σαν κουφάρια ξεπλυμένα απ’ τη βροχή, με τις κοιλίτσες τους τουμπανιασμένες απ’ τη χρόνια ασιτία, με τα προσωπάκια τους άτονα και σβησμένα, καθώς, λιπόσαρκα, σέρνονταν στους κάδους των σκουπιδιών και στις πλάκες των πεζοδρομίων, γυρεύοντας μια ψίχα να τους κρατήσει στη ζωή λίγο ακόμη, έστω μια μέρα, έστω μια ώρα. Αίμα χυμένο μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, σωροί τα πτώματα στοιβαγμένα πάνω στα καρότσια της δημαρχίας κάθε πρωί. Εικόνες της Κατοχής, βαθιές χαρακιές στις ψυχές των ανθρώπων που δεν έλεγαν να επουλωθούν.
Ναι, παρά τις ηλιόλουστες μέρες, οι νύχτες στην Αθήνα ήταν ακόμη σκοτεινές και στενάχωρες, οι μνήμες έρχονταν απρόσκλητες και ζοφερές, βασάνιζαν και αντάριαζαν, έκαναν τους ανθρώπους να σκιάζονται, παρόλο που γνώριζαν πως τα κάρα της δημαρχίας είχαν από καιρό πάψει να μαζεύουν σκελετωμένους και να τους αδειάζουν σε ομαδικά, ανώνυμα μνήματα, παρόλο που ήξεραν πως τα γερμανικά όπλα είχαν από καιρό σταματήσει να στέλνουν καραβιές αθώων στον άλλο κόσμο. Τριάμισι χρόνια γερμανικής Κατοχής δε σβήνονται από τη μια μέρα στην άλλη, αυτό έλεγαν στον εαυτό τους για να ανακουφιστούν από τον περασμένο πόνο, αυτό έλεγαν ο ένας στον άλλο για να παρηγορηθούν μέχρι να έρθει λυτρωτικός ο ύπνος και να τους πάρει μακριά, σε άλλους τόπους, σε άλλους κόσμους, όπου δεν υπήρχαν παγωμένα μπλάβα κορμιά και σκελετωμένα παιδιά, μόνο χορτάτα στομάχια υπήρχαν και προσωπάκια χαμογελαστά, ένας παράδεισος που έλπιζαν πια να έρθει και στον δικό τους τόπο. Η ελπίδα, αυτό ήταν το μόνο όπλο τους, αυτή τους βάσταγε στη ρότα της ζωής, αυτή έδιωχνε το μάγκωμα απ’ την καρδιά τους την άλλη μέρα το πρωί.