Το πρώτο παντζούρι ανοίγει νυσταγμένα. Ύστερα το δεύτερο. Με το ζόρι κι αυτό. Καθώς αγγίζει τον τοίχο, εκείνος βογκάει από τα ρευματικά, είναι παλιά η οικοδομή και η υγρασία έφαγε τούβλα, τσιμέντα, ξύλα. Κι ανθρώπους. Λίγα ξέφτια από τη λαδομπογιά με την οποία κάποτε τα είχαν βάψει καταπράσινα πέφτουν στο αρχαίο μωσαϊκό και σμίγουν με τη σκουριά από τα κάγκελα. Χρόνια τώρα ανταγωνίζονται για το ποιος από τους δυο θα το λεκιάσει περισσότερο σε έναν άνισο αγώνα αφού η σκουριά είναι αποτελεσματικότερη. Άρα νικήτρια και τα σημάδια της ανεξίτηλα σαν κάποια κρίματα. Στην ίδια περίπου κατάσταση με το μωσαϊκό είναι όλη η οικοδομή, δημοκρατικότατη η φθορά και δεν κάνει διακρίσεις. Και έτσι, με μούχλα και σαπίλα, πορεύονται όλοι και όλα στην παλιά πολυκατοικία. Το «ρημάδι» όπως το ονομάζουν οι απέναντι. Το ρημάδι, όπως θα το λέμε και εμείς στο εξής. Η μέρα κρέμεται αναποφάσιστη από το χείλος του Απρίλη, να γκρεμιστεί στην Πρωτομαγιά ή όχι; Τούτη τη χρονιά τής το χάλασαν, το Σύμπαν υπάκουσε στους «Μεγάλους», τα κατάφεραν επιτέλους να μη γιορτασθεί. Ούτε σαν εργατική Πρωτομαγιά, ούτε σαν ξεσάλωμα με σούβλες και τσίπουρα. Είναι η κατάσταση τέτοια...
Όταν έφτασαν τα πρώτα χελιδόνια, δυσκολεύτηκαν να βρούνε ήσυχες γωνιές να χτίσουν τις φωλιές τους ή να ανακαινίσουν τις παλιές. Οι άνθρωποι ήταν όλοι στο σπίτι, είτε είχαν σταματήσει τις δουλειές τους είτε, στην καλύτερη, εργάζονταν από εκεί. Έτσι είχαν όλο τον χρόνο να διώχνουν τα χελιδόνια με ζήλο, σκούπες και σφουγγαρίστρες, ξουτ! ξουτ! Να πήγαιναν αλλού, ορίστε μας! Στο κάτω κάτω ποια νοικοκυρά θέλει να της χέζουν το μπαλκόνι; Και επειδή κανείς δεν κατάλαβε τον ερχομό της άνοιξης, όλα είναι διαφορετικά. Τα παλτό συνεχίζουν να κρέμονται μελαγχολικά στις κρεμάστρες πίσω από τις πόρτες εισόδου, τα χαλιά κυλιούνται τεμπέλικα στα πατώματα, οι θάλασσες παραμένουν μουτρωμένες. Ακόμα και η μέρα δεν λέει να μεγαλώσει! Άσε που κοτζάμ Πάσχα πέρασε εντελώς αθόρυβα, τσακίζοντας τα νεύρα των παπάδων για την αναδουλειά και των παιδιών που δεν έφερε η νονά λαμπάδα με καλάσνικοφ επάνω. Δράμα.