Το βλέμμα του ταξιτζή ψάχνει πάλι το δικό της. Εκείνη κοιτάζει αλλού, κοιτάζει την πόλη. Χειμωνιάτικοι δρόμοι, χειμωνιάτικη χώρα. Οι άνθρωποι εκεί έξω είναι ντυμένοι ζεστά, τυλιγμένοι στα χοντρά πουπουλένια μπουφάν που φορούν πάνω από τα όμορφα ρούχα τους. Οι αναπνοές τους αχνίζουν στο φως των φαναριών του δρόμου. Το Walk like an Egyptian αργοσβήνει και ο εκφωνητής ανακοινώνει ξεφυσώντας ότι μόνο έξι ώρες μένουν για να αλλάξει ο χρόνος. Η Λιβ μακιγιαρίστηκε το απόγευμα, στην γκαρσονιέρα στην Ουξενστίερσγκάταν. Βέβαια, επισήμως μένει στο πατρικό της. Το διαμέρισμα το νοίκιασε μέσω αγγελίας στο Blocket. Το έχει εδώ και τρεις μήνες και θα το έχει ακόμα τρεις. Η ιδιοκτήτριά του ταξίδεψε στο Μπαλί για να βρει τον εαυτό της. Η Λιβ πηγαίνει εκεί όσο πιο συχνά μπορεί. Κατευθείαν μετά το σχολείο. Λέει στους γονείς της ψέματα ότι κοιμάται στις φίλες της, ότι έχει να κάνει εργασίες, ότι πρέπει να διαβάσει. Το καλοκαίρι θα αποφοιτήσει.
Ποτέ δεν έχει νιώσει την επιθυμία να αποκαλύψει την κρυψώνα της. Υπάρχει κάποιος που θα ήθελε να προσκαλέσει, όμως ξέρει ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Το αυτοκίνητο κάνει στροφή, κατηφορίζει μέσα στο τούνελ. Ευθεία μπροστά απλώνεται το Σέντερστρεμ. Απέναντι, τα χιλιάδες φώτα της πόλης καθρεφτίζονται στο νερό. Όταν το αυτοκίνητο ανεβαίνει στη Γέφυρα Ντάνβικ, τα λάστιχα χοροπηδούν. Η Λιβ βάζει το χέρι μέσα στην τσάντα της, παίρνει ένα μπουκαλάκι με βότκα και το φέρνει στα χείλη της. Ψάχνει πάλι μέσα στην τσάντα. Βρίσκει το χάπι που είναι στην εσωτερική τσέπη και το ακουμπάει πάνω στη γλώσσα της. Η γνώριμη πικρή γεύση του απλώνεται στο στόμα της. «Πώς πέρασες τη χρονιά;» ρωτάει ο ταξιτζής. «Έτσι κι έτσι. Πριν από δυο βδομάδες πέθανε η μητέρα μου». Πολύ εύκολα ξεστομίζει ψέματα τελευταία. Η πρώτη φορά που είπε ψέματα για τη μαμά της ήταν σε κάποια γιορτή, πριν από έναν χρόνο περίπου.