«Κοκκίνισε το ποτάμι!» έκραξε ο Γαληνός. Ο Πάντζιος κωπηλατούσε με αργές κινήσεις, κοιτάζοντας ίσια μπροστά, και δεν του ’δωκε σημασία. «Και κοκκινίζει πιότερο!» Στράφηκε ο Πάντζιος, έτοιμος να τον περιγελάσει. Να του πει ότι θόλωσαν τη σκέψη του τα γράμματα κι οι μυθιστορίες που διάβαζε και θωρεί ονείρατα ξυπνητός. Σουλουπώνοντας, βεβαίως, κατά το δυνατόν τη χοντροκοπιά των λόγων του, καθώς ήταν στη δούλεψη του νονού του Γαληνού κι όφειλε να δείχνει το ανάλογο σέβας. Ωστόσο, ρίχνοντας το βλέμμα στις εκβολές του ποταμού Πυξίτη ή Δαφνοπόταμου, άνοιξε τα μάτια διάπλατα. Όπως σαστίζει κανείς με τ’ απρόσμενα της ζωής. «Τι στο διάολο!» αναφώνησε. Κατόπιν βάλθηκε να λάμνει με κατεύθυνση προς την ακτή, ώσπου προσάραξε η βάρκα στον αμμώδη βυθό. «Πάω να δω τι συμβαίνει. Έχε τον νου σου!» τον ορμήνεψε, και πήδηξε στο νερό. Βγήκε στην παραλία, στάθηκε λίγο στις εκβολές του ποταμού κι ύστερα προχώρησε με γοργά βήματα πλάι στην όχθη, ωσότου τον έκρυψαν τα λιγοστά πλατάνια κι οι ιτιές.
Με τούτη τη σκηνή άρχισε να μου διηγείται ο Γαληνός Φιλονίδης τη ζωή του. Την ιστορία του αποφάσισα να τη μεταφέρω στο χαρτί. Γιατί άραγε; Ρώτησα αμέτρητες φορές τον εαυτό μου κι η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: Για να τον γνωρίσω καλύτερα πατώντας χνάρι στο χνάρι σε κάθε βίωμά του. Κι ακόμη, επειδή θαρρώ ότι θα ωφεληθούν πολλοί απ’ τα πάθη και τα παθήματά του. Όσον αφορά ποιος είμαι εγώ που σας τα αφηγούμαι, θα ’ρθει η στιγμή να το αποκαλύψω. Είχαν ταξιδέψει την προηγουμένη στη Χότση, το άλλοτε χωριό Κύμινα, προκειμένου να προμηθευτούν λεπτοκάρυα. Φημιζόταν η περιοχή για τα στρογγυλά λεπτοκάρυα, τα φουντούκια εκ της τουρκικής, και κρατούσαν οι παραγωγοί μπόλικες ποσότητες στ’ αμπάρια τους απ’ τη σοδειά του περασμένου χρόνου. Αιτία η αναστάτωση που προκάλεσε στις αγορές ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος, ο μετέπειτα ονομαζόμενος Πρώτος Παγκόσμιος, και το γεγονός ότι από τον Νοέμβριο του 1914 τάχτηκε στο πλευρό της Γερμανίας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία.