Μπαρούτι, κάψα και σκόνη. Μέχρι και τα πλατάνια στο ρέμα του Ντάλα έστεκαν γερτά, καμπουριασμένα, με τα φύλλα τους κερένια κι ανάρια τούτο το μαύρο θέρος. Το φαράγγι του Αχέροντα κι οι απόκρημνες κοψιές του Ζαβρούχου αντηχούσαν απ’ τις μπαταριές νύχτα μέρα. Κλεισμένα τα μονοπάτια ολόγυρα, μήτε στον κάμπο του Φαναριού, μήτε της Παραμυθιάς, μήτε ακόμη και στη Λάκκα μπορούσε κανείς να βγει, να γυρέψει δυο σπυριά γέννημα να γελάσει την πείνα του. Ολάκερο το Σούλι είχε κλειστεί απ’ τα φουσάτα των Τουρκαλβανών του Αλή πασά, σχεδόν τρία χρόνια συμπλήρωνε η στενή πολιορκία κι όλο έσφιγγε πιότερο το ζωνάρι της φωτιάς γύρω απ’ την ορεινή κοιλάδα. Πρώτα έπεσαν τα Σκάπετα, τα χωριά-σύμμαχοι στα βόρεια του ορεινού πέταλου, από την άνοιξη κι έπειτα είχε μείνει λεύτερο μονάχα το στενό οροπέδιο στα νότια, η κυρίως περιοχή του Σουλίου, το θρυλικό Τετραχώρι, ο Αβαρίκος, η Κιάφα, η Σαμονίβα και το ίδιο το Σούλι, ήταν δεν ήταν δυο τρεις χιλιάδες στρέμματα ολάκερη η έκτασή του, με τη βαθιά χαράδρα και τους κοφτούς βράχους που δέσποζαν απάνω απ’ τα τέσσερα χωριά.
«Θα ροβολήσουμε;»
Η Λέγκω κοίταξε την Κήκω, τη μικρή της αδελφή, σάμπως και να της είπε την πιο παράδοξη κουβέντα.
«Εμ, δε θα ροβολήσουμε; Χωρίς νερό θ’ απομείνουμε; Μήτε οι τζίτζικες δεν κάμουν διψασμένοι μες σε τέτοια κάψα».
«Είναι που έχεις και το μωρό να φροντίσεις».
«Κι εσύ. Και δεν έχεις κανέναν στο σπίτι, μονάχη σου είσαι».