Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω. Από τότε που γνώρισα την Άννα, προτιμώ να κάθομαι στη βεράντα. Κόρνες, φωνές και φασαρία ακούγονται πλέον σαν μουσική στα αυτιά μου. Κι η γειτονιά της γιαγιάς είναι το πιο αγαπημένο μου μέρος. Φθινοπώριασε. Τζιτζίκια δεν υπάρχουν πια. Τα δέντρα που έχουμε στο πεζοδρόμιο λαχταρούσαν όλο το καλοκαίρι νερό. O παππούς της Άννας τα πότιζε. Τώρα, τα σύννεφα έχουν πάρει τον ρόλο του κηπουρού. Ποτίζουν και δροσίζουν τα λιγοστά μας δέντρα. Χωρίς την Άννα δε θα είχα παρατηρήσει πόσο όμορφη είναι η πόλη μας. Πόσο όμορφος είναι ο κόσμος!
Κάθισα στην πάνινη πολυθρόνα και περίμενα να ανοίξει η απέναντι μπαλκονόπορτα. Η Άννα θα έφτανε σε λίγο στο σπίτι του παππού της. Τώρα που ξεκίνησαν τα σχολεία θέλω τα Σαββατοκύριακά μου να τα περνάω στη γιαγιά. Αν είναι και η Άννα στον παππού της, βέβαια. Δε φορούσα μπουφάν, και για να ζεσταθώ άρχισα να παίζω μερικά σουτάκια με τον φίλο μου τον τοίχο. Κεφαλιές, κολπάκια και προσποιήσεις. Έκανα αρκετό θόρυβο, αλλά η γιαγιά δε βγήκε να με μαλώσει. Έπαιζα κι έπαιζα. Η Άννα, όμως, δεν εμφανιζόταν. Κοίταξα προς το μπαλκόνι της και αναστέναξα. «Μα πού είναι;» Έπαιζα μόνος αλλά ένιωθα περίεργα μόνος αυτή τη φορά.