Ένα αγόρι κατεβαίνει μια σκάλα. Η σκάλα είναι στενή και φιδωτή. Κατεβαίνει βήμα βήμα, με προσοχή, κολλητά με τον τοίχο, κι οι μπότες του βρίσκουν το κάθε σκαλί μ’ έναν γδούπο. Λίγο πριν από τη βάση της σκάλας, κοντοστέκεται προς στιγμήν, κοιτάζοντας το πέρασμα που υψώνεται πίσω του. Έπειτα, με αιφνίδια αποφασιστικότητα, πηδάει τα τρία τελευταία σκαλιά, καταπώς το συνηθίζει. Προσγειώνεται παραπατώντας, και σωριάζεται με τα γόνατα στο πέτρινο δάπεδο. Είναι μια μέρα πνιγηρή, δίχως αέρα, στα τέλη του καλοκαιριού, και μακρόστενες λωρίδες φως σκίζουν την κάμαρα του ισογείου. Ο ήλιος τον φωτίζει αγριωπός απ’ έξω, τα παράθυρα μοιάζουν με δικτυωτές φέτες κίτρινης λάμψης, στερεωμένες στον γύψο.
Σηκώνεται, τρίβοντας τα πόδια του. Ρίχνει μια ματιά πίσω του, στη σκάλα· έπειτα κοιτά απ’ την άλλη, ανήμπορος ν’ αποφασίσει προς ποια κατεύθυνση να στραφεί. Η κάμαρα είναι άδεια, η φωτιά μηρυκάζει τα κάρβουνα στη θράκα – πορτοκαλιά αποκαΐδια κάτω από ένα στρώμα λεπτού, ελικοειδούς καπνού. Οι λαβωμένες επιγονατίδες του σφύζουν με τον ρυθμό της καρδιάς του. Στέκει με το ένα χέρι στο μάνταλο της πόρτας που οδηγεί στη σκάλα, με τη φθαρμένη μύτη της μπότας του υψωμένη, έτοιμη για κίνηση, για φυγή. Τα μαλλιά του, ανοιχτόχρωμα, χρυσαφένια σχεδόν, υψώνονται απ’ το μέτωπό του σε όρθιες τούφες. Κανείς.
Αναστενάζει, ρουφώντας τον ζεστό γεμάτο σκόνη αέρα, διασχίζει την κάμαρα, και βγαίνει απ’ την εξώπορτα στον δρόμο. Ο σαματάς –κάρα, άλογα, πωλητές, άνθρωποι που φωνάζουν ο ένας τον άλλο, ένας άντρας που ρίχνει ένα σακί από ένα ψηλό παράθυρο– δεν τον αγγίζει. Περιπλανιέται στην είσοδο του σπιτιού, και, από κει, στη γειτονική εξώπορτα. Η μυρωδιά στο σπίτι των παππούδων του δεν αλλάζει ποτέ· ένα μείγμα: καπνός από καυσόξυλα, βερνίκι, δέρμα, μαλλί. Είναι παρόμοια, κι ωστόσο αδιόρατα αλλιώτικη, απ’ τη μυρωδιά στο διπλανό σπιτάκι με τις δυο κάμαρες, που ’χε χτίσει ο παππούς του στο στενό χώρισμα πλάι στο μεγαλύτερο σπίτι, κι όπου μένει με τη μητέρα και τις αδερφές του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!