Μετά από λίγο, η Λου Κλαρκ ξύπνησε και άρχισε να σκέφτεται την ημέρα που είχε μπροστά της. Είχε να πάει στη δουλειά, αλλά η σκέψη της ήταν αλλού. Είχε ακούσει ότι η καφετέρια που δούλευε θα κλείσει, και αυτό την είχε βάλει σε σκέψεις. Ήταν μια καλή δουλειά, της άρεσε να δουλεύει εκεί και οι πελάτες την αγαπούσαν. Ήταν το Βουτυρωμένο Ψωμάκι, ένα μικρό καφέ που είχε γίνει το στέκι της. Σκεφτόταν πόσο θα της έλειπε το μέρος και οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει εκεί. Ήταν μια καθημερινότητα που την είχε κάνει να νιώθει ασφαλής και ευτυχισμένη.
Η Λου ήξερε ότι έπρεπε να βρει άλλη δουλειά, αλλά δεν ήξερε πώς να το κάνει. Είχε περάσει έξι χρόνια στη συγκεκριμένη θέση και δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα έπρεπε να ψάξει για κάτι άλλο. Η ιδέα της ανεργίας την τρομοκρατούσε. Ήταν μια σκέψη που την ακολουθούσε, αλλά προσπαθούσε να την απωθήσει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά. Ήξερε ότι έπρεπε να είναι θετική και να προσπαθήσει να βρει μια λύση. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε πού να αρχίσει.
Καθώς ετοιμαζόταν, σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε να μιλήσει με τον Φρανκ, τον ιδιοκτήτη της καφετέριας, για να δει αν είχε κάποια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να βρει άλλη δουλειά. Ίσως να μπορούσε να τον ρωτήσει αν ήξερε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια. Η σκέψη αυτή την έκανε να νιώσει λίγο καλύτερα. Ίσως να μην ήταν όλα τόσο άσχημα όσο φαινόταν. Ίσως να υπήρχε ελπίδα.
Αλλά καθώς έφευγε από το σπίτι, η αίσθηση της αβεβαιότητας την ακολουθούσε. Ήξερε ότι έπρεπε να είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο. Ίσως να μην έβρισκε ποτέ ξανά δουλειά. Ίσως να έπρεπε να αλλάξει τελείως κατεύθυνση στη ζωή της. Ήταν μια σκέψη που την τρόμαζε, αλλά ταυτόχρονα την έκανε να νιώθει και λίγο ελεύθερη. Ίσως να ήταν η ευκαιρία της να ξεκινήσει από την αρχή.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!