Ο κύριος Τζόουνς, ιδιοκτήτης της Φάρμας Μέγαρον, είχε μανταλώσει τα κοτέτσια μόλις βράδιασε, αλλά μες στο μεθύσι του είχε ξεχάσει ανοιχτές τις πορτούλες. Με το φωτεινό στεφάνι της λάμπας του να χορεύει πέρα-δώθε, διέσχισε τρεκλίζοντας την αυλή, έβγαλε κλοτσώντας τις γαλότσες του στην πίσω πόρτα, γέμισε ένα τελευταίο ποτήρι μπίρα απ’ το βαρέλι στο παρακούζινο, κι ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, όπου η κυρία Τζόουνς ροχάλιζε ήδη.
Με το που έσβησε το φως στην κάμαρα, ένα ανασάλεμα, ένα φτεροκόπημα διέτρεξε όλα τα κτίσματα της φάρμας. Μέσα στη μέρα είχε ακουστεί ότι ο γερο-Ταγματάρχης, ο βραβευμένος, μεσαίου βάρους λευκός χοίρος, είχε δει το περασμένο βράδυ ένα παράξενο όνειρο κι ήθελε να το μεταφέρει στ’ άλλα ζώα. Είχαν συμφωνήσει πως θα μαζεύονταν όλα στον μεγάλο στάβλο, μόλις ξεκουμπιζόταν ο κύριος Τζόουνς. Ο γερο-Ταγματάρχης (έτσι τον φώναζαν πάντα, αν και τ’ όνομά του στα καλλιστεία χοίρων ήταν Το καμάρι του Ουίλινγκντον) έχαιρε τέτοιας υπόληψης στη φάρμα, ώστε οι πάντες ήταν διατεθειμένοι να χάσουν μια ώρα ύπνου προκειμένου ν’ ακούσουν τι είχε να τους πει.
Στην άκρη του στάβλου, σε κάτι σανίδια σαν υπερυψωμένη εξέδρα, ο Ταγματάρχης είχε κιόλας θρονιαστεί πάνω στ’ άχυρά του, κάτω από μια λάμπα κρεμασμένη σ’ ένα πάτερο. Ήταν δώδεκα χρονών και τελευταία είχε παραπαχύνει, όμως παρέμενε ένα μεγαλόπρεπο γουρούνι, με όψη σοφίας και καλοσύνης, παρά το γεγονός ότι οι χαυλιόδοντές του δεν είχαν πριονιστεί ποτέ. Σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν και τα υπόλοιπα ζώα και να κάθονται ολόγυρα καταπώς βολευόταν το καθένα. Πρώτα ήρθαν τα τρία σκυλιά, η Υακίνθη, ο Τζέσι και ο Πίντσερ, κι έπειτα τα γουρούνια, που ξαπλώθηκαν μεμιάς στ’ άχυρα τριγύρω απ’ την εξέδρα. Οι κότες κούρνιασαν στα πρεβάζια, τα περιστέρια στάθηκαν φτερουγίζοντας στα πατάρια, τα πρόβατα κι οι γελάδες κάθισαν χάμω, πίσω απ’ τα γουρούνια, και βάλθηκαν να μηρυκάζουν.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!