Ήταν ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, με την ομίχλη να παίζει παιχνίδια στα ανθρώπινα κουρέλια που μπουλούκια μπουλούκια έφταναν στη Θεσσαλονίκη. Μαζί με αυτούς και η Αντριανή. Όλα γύρω της φαίνονταν σαν εφιάλτης, ένας εφιάλτης που δυστυχώς είχε γίνει πραγματικότητα. Στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, εξαντλημένοι, πεινασμένοι, βρόμικοι, οι πρόσφυγες περίμεναν από την πατρίδα τους – αυτήν που για χάρη της έχασαν τα πάντα – να τους φροντίσει.
Η Αντριανή δε γνώριζε κανένα γύρω της. Μόνο η δυστυχία και ο πόνος την έκαναν σύντροφο αυτών των ανθρώπων, που σιωπηλοί, με σφιγμένα χείλη, περίμεναν μοιρολατρικά στην αποβάθρα. Παιδιά με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά και βουρκωμένα, που βύζαιναν το δάχτυλό τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξανανιώσουν την ασφάλεια της προηγούμενης ζωής τους, κι άλλα που κρατούσαν σφιχτά το φόρεμα της μάνας τους ή της γιαγιάς τους, άντρες και γυναίκες, γριές και γέροι με βλέμμα θολό.
Αυτοί ήταν οι φίλοι της, μ’ αυτούς θα συμβίωνε τώρα πια. Είχε αφήσει τα πάντα πίσω της και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν οι αναμνήσεις της. Μόνο που αυτές δεν ήθελε να τις συλλογίζεται. Νάρκωσε το νου και την καρδιά της για να αντέξει.