Δεν έκανα κάτι συγκεκριμένο, απλώς έκοβα βόλτες για να περάσει η ώρα στον κεντρικό δρόμο του Κίνγκστον Μπίσοπ, ένα μέρος μάλλον αδιάφορο, χωρίς κάτι το αξιομνημόνευτο. Τότε ήταν που πρόσεξα την αναγγελία της δημοπρασίας. Γιατί άραγε; Μήπως η μοίρα είχε θελήσει να με ανακατέψει στις βρομοδουλειές της; Ή μήπως μου έτεινε το χρυσαφένιο χέρι της για ένα ευνοϊκό γύρισμα της τύχης; Μπορείτε να το ερμηνεύσετε όπως εσείς θέλετε. Από την άλλη, θα μπορούσατε να πείτε πως όλα άρχισαν αφότου γνώρισα τον Σαντόνιξ, στη διάρκεια των περιπάτων που κάναμε μαζί. Κλείνω τα μάτια και λες και τον βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου: τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, τα ακτινοβόλα μάτια, την κίνηση του δυνατού και ταυτόχρονα λεπτού χεριού που εκπονούσε σχέδια και υψομετρικές μελέτες κτιρίων.
Ενός κτιρίου ειδικότερα, ενός όμορφου σπιτιού που δεν έβλεπα την ώρα να αποκτήσω! Εκείνη τη στιγμή, η λαχτάρα μου για ένα σπίτι, για μία καλοχτισμένη και χαριτωμένη κατοικία που όμοιά της δεν είχα ελπίδες να κατέχω ποτέ, εκφράστηκε με λόγια. Ήταν μια χαρμόσυνη φαντασίωση που μοιραστήκαμε οι δυο μας, εκείνο το σπίτι που ο Σαντόνιξ θα έχτιζε για μένα – αν ζούσε αρκετά για να το χτίσει… Στα όνειρά μου, έβλεπα τον εαυτό μου να ζει σ’ εκείνο το σπίτι μαζί με το κορίτσι που αγαπούσα.