Η κυρία Μαγκίλικαντι προχωρούσε αγκομαχώντας στην αποβάθρα του σταθμού πίσω από τον αχθοφόρο που κουβαλούσε τη βαλίτσα της. Η κυρία Μαγκίλικαντι ήταν κοντή και εύσωμη, ο αχθοφόρος ήταν ψηλός και είχε μεγάλο διασκελισμό. Επιπλέον, η κυρία Μαγκίλικαντι ήταν φορτωμένη με πάμπολλα πακέτα, το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης ημέρας χριστουγεννιάτικων αγορών. Κατά συνέπεια ο αγώνας ήταν άνισος, και όταν ο αχθοφόρος έστριψε στη γωνία στο τέλος της αποβάθρας η κυρία Μαγκίλικαντι ακόμα ανέβαινε την ευθεία.
Η αποβάθρα νούμερο 1 δεν ήταν αφύσικα γεμάτη εκείνη τη στιγμή, μιας και μόλις είχε αναχωρήσει ένα τρένο, αλλά στη χαώδη έκταση πιο πέρα ένα στροβιλιζόμενο πλήθος κατευθυνόταν βιαστικό προς διάφορες κατευθύνσεις, προς και από τις εισόδους του μετρό, τα γραφεία φύλαξης αποσκευών, τις καφετέριες, τα γραφεία πληροφοριών, τους πίνακες ανακοινώσεων, αλλά και τις δύο εξόδους, Αφίξεις και Αναχωρήσεις, προς τον έξω κόσμο.
Η κυρία Μαγκίλικαντι προχωρούσε κοπανώντας τα πακέτα της δεξιά κι αριστερά, μα κάποια στιγμή έφτασε στην είσοδο της αποβάθρας νούμερο 3 κι άφησε το ένα πακέτο στα πόδια της όσο έψαχνε στην τσάντα της το εισιτήριο που θα της επέτρεπε να περάσει από τον βλοσυρό ένστολο φύλακα στην πύλη. Εκείνη τη στιγμή μια φωνή, δυνατή μα εκλεπτυσμένη, άρχισε να μιλά ξαφνικά πάνω από το κεφάλι της.
«Ο συρμός στην αποβάθρα νούμερο 3», της είπε η φωνή, «αναχωρεί στις 16:50 για Μπράκχαμπτον, Μίλτσεστερ, Γουέιβερτον, Κάρβιλ Τζάνκσιον, Ρόξετερ και κάνει τέρμα στο Τσάντμουθ. Οι επιβάτες για Μπράκχαμπτον και Μίλτσεστερ καλούνται να επιβιβαστούν στα τελευταία βαγόνια. Οι επιβάτες για Βάνικι θα μετεπιβιβαστούν στο Ρόξετερ». Η φωνή έσβησε με ένα κλικ κι έπειτα άνοιξε ξανά την κουβέντα με την ανακοίνωση της άφιξης στην αποβάθρα νούμερο 9 της αμαξοστοιχίας των 16:35 από Μπέρμινχαμ και Γούλβερχαμπτον.